«Επί της ουσίας είναι σαν η Δεξιά και η Ακροδεξιά να έχουν νικήσει όχι μόνο εκλογικά, αλλά και στο πεδίο του δημόσιου διαλόγου. Οι ιδέες της Δεξιάς είναι πανταχού παρούσες στα μέσα ενημέρωσης και η Αριστερά εδώ και αρκετά χρόνια, αντί να προσπαθεί να δημιουργήσει τη δική της γλώσσα, είναι αναγκασμένη να απαντά στα ερωτήματα και στη γλώσσα της Δεξιάς, να αντιδρά απέναντι σε αυτήν».
Αυτό γράφει ο συγγραφέας Εντουάρ Λουί στο βιβλίο «Διάλογος για την τέχνη και την πολιτική» (εκδόσεις Αντίποδες), σε μια συζήτηση με τον Βρετανό σκηνοθέτη Κεν Λόουτς.
Και τι εννοεί μ’ αυτό; Οτι εν πολλοίς η Δεξιά και η Ακροδεξιά εδώ και πολλά χρόνια καθορίζουν την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου, ενώ η Αριστερά στέκεται αμήχανη και ανήμπορη να επηρεάσει αυτή την ατζέντα. Μεταναστευτικό, ταυτοτικοί αποκλεισμοί, κίβδηλος αντισυστημισμός και συνωμοσιολογικές ερμηνείες του κόσμου έχουν επιβληθεί σαν μείζονα θέματα που απασχολούν το σήμερα, ενώ το κοινωνικό και ταξικό πρόβλημα έχει θαφτεί κάτω από τη σκόνη του χρόνου.
Συνήθως η σημερινή Αριστερά είτε σοσιαλδημοκρατική, είτε «κομμουνιστογενής» -και εδώ δεν περιλαμβάνω το ΚΚΕ και παρόμοια κόμματα, τα οποία είναι περίπου «κλειστά συστήματα»- τείνει να «προσαρμόζεται» στην παγκόσμια πλέον μετατόπιση του πολιτικού φάσματος προς τα ακροδεξιά, βάζοντας όλο και περισσότερο νερό στο κρασί της.
Το κυνήγι μιας φαντασματικής «μεσαίας τάξης», ο προγραμματικός «ρεαλισμός» και ο τυφλός ακτιβισμός μετατρέπονται σε απόλυτο φραγμό για την επικοινωνία με τις κυριαρχούμενες τάξεις και εκλαμβάνονται απ’ αυτές σαν προδοσία. Γι’ αυτό και συνήθως τιμωρούν τα αριστερά κόμματα, ψηφίζοντας τους αυθεντικούς εκφραστές του αστισμού και όχι τις απομιμήσεις.
