Συνάνθρωποί μας καίγονται ζωντανοί για να μη συλληφθούν. Η ανείπωτη φρίκη με τους μετανάστες, άνδρες και μικρά παιδιά, που απανθρακώθηκαν στη Δαδιά, η αδιανόητη έμμεση στοχοποίηση των θυμάτων και το κακόγουστο ανέκδοτο του δήθεν επιτελικού κράτους (sic) που προκαλεί θυμηδία, αποτροπιασμό και επιτείνει την οργή. Κάθε χρόνο τα ίδια. Καιγόμαστε, βράζει ο κόσμος. Μας μουρλαίνουν στην προπαγάνδα. Μας δουλεύουν ψιλό γαζί για να μας ποτίσουν με λήθη. Και ξανά μανά. Κάθε καλοκαίρι και μια παρεμφερής τραγωδία.
Κανένα σχέδιο. Καμία στρατηγική. Ανύπαρκτες αντιπυρικές ζώνες. Ολα στην τύχη. Ως πότε;
Οσοι εθελοτυφλούμε έχοντας την ψευδαίσθηση ότι η άρνηση και η αποστροφή στο κράτος-παρωδία που ζούμε από τότε που είδαμε το φως της ζωής και πιθανότατα μέχρι να κλείσουμε τα μάτια, με τα κομματόσκυλα που μας περιτριγυρίζουν και την κακόγουστα μακιγιαρισμένη δημοκρατία που μας περιβάλλει, «καθαρίζουν» τη συνείδησή μας, είμαστε βαθιά νυχτωμένοι.
Αφήνουμε τους άλλους (τους ποιους;) να καθορίζουν τις ζωές μας, αυτούς που ψηφίζουν «δαγκωτό», όλους όσοι στοιχίζονται σαν πρόβατα πίσω από το προσωπικό συμφέρον και τη βόλεψή τους. Αποκλειστικά. Η λέξη αλληλεγγύη τείνει να εξελιχθεί σε ανέκδοτο. Ενα καμίνι μάς καταπίνει. Κι εμείς αγρόν αγοράζουμε.
Οι νέοι άνθρωποι οφείλουν να κινητοποιηθούν. Να βγουν μπροστά. Να μιλήσουν ο ένας στον άλλον. Να πείσουν, να ξυπνήσουν συνειδήσεις, να δραστηριοποιηθούν. Τίποτα δεν είναι τέλειο. Δεν υπάρχει ιδανικό. Πάντα κάτι θα κερδίζεις και κάτι θα χάνεις. Αλλά δεν υπάρχει άλλο όπλο αυτοπροστασίας και επιβίωσης στη ζούγκλα του Ελλαδιστάν πέραν της μετάγγισης εντελώς νέας νοοτροπίας. Είμαστε στο μηδέν και επιβάλλεται να κάνουμε ριστάρτ. Οι νέοι άνθρωποι ήταν, είναι και θα είναι η μοναδική ελπίδα. Κλείνω τα φώτα και κοιτάζω τις σκιές. Χίλια βουνά και θάλασσες βαθιές. Σπηλιές και ξέφωτα, νεράιδες και γητειές. Ενα καμίνι με καταπίνει. Τα ρούχα μου μυρίζουνε φωτιά.
