Υπάρχουν κάποιες «δυσλειτουργίες» που χρησιμοποιούνται μεταφορικά για να δείξουν πόσο χρήσιμες ώς και απαραίτητες μπορούν να αποδειχτούν σε ορισμένες περιπτώσεις.
Λέμε για παράδειγμα: «η Δικαιοσύνη (πρέπει να) είναι τυφλή». Δηλαδή να κρίνει χωρίς να λογαριάζει ποιος είναι απέναντί της, αφού όλοι (πρέπει να) είναι ίσοι απέναντι στον Νόμο. Ψάχνοντας λοιπόν μια αντίστοιχη δυσλειτουργία που θα μπορούσε, σε πρώτο επίπεδο, να είναι κοινωνικά χρήσιμη, μπορούμε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία να βρούμε μία: την «αχρωματοψία». Τι μπορεί να σημαίνει «κοινωνική αχρωματοψία»;
Να αποκτήσει ο καθένας από μας τη δυνατότητα να κρίνει με βάση τις αρχές και τις αξίες της ισότητας και όχι με βάση το χρώμα του δέρματος, το φύλο, το κόμμα ή την ομάδα στην οποία ανήκει ή υποστηρίζει.
Είναι μια καλή αρχή για να εξαλειφθούν τα κριτήρια με τα οποία ο καθένας υπερασπίζεται ή κατηγορεί τη στιγμή που έρχεται η ώρα να τοποθετηθεί. Είτε όταν του ζητάνε τη γνώμη του, είτε όταν δεν του τη ζητάνε, όπως συμβαίνει (συνήθως) στον κόσμο των social media.
Ή, εν πάση περιπτώσει, όταν τη διαμορφώνει, ακόμη κι αν θέλει να την έχει για να την κρατήσει για τον ίδιο του τον εαυτό. Ισως έτσι να πάψει να είναι τόσο προβλέψιμη η στάση που θα κρατήσει όταν προκύπτουν κάθε λογής προβλήματα ή προβληματισμοί.
Και ενδεχομένως να ήταν μια καλή αρχή για να μη μας χρειάζονται τα μπλε, τα πράσινα, τα κόκκινα ή τα μαύρα γυαλιά που ενίοτε είναι παραμορφωτικά και ενισχύουν αντί να αντιμετωπίζουν τον, κάθε μορφής, ρατσισμό με αφορισμούς. Είπαμε, όμως, «αχρωματοψία» σε πρώτο επίπεδο, γιατί σε δεύτερο είναι καλό να έχει κανείς τη δυνατότητα να διακρίνει το φάσμα των αποχρώσεων που μεσολαβεί ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο.
