Ο πρόωρος θάνατος του Νίκου σήμανε πρώτα την απώλεια μιας Ποιότητας για τη Θεσσαλονίκη. Αυτής που καθοριζόταν όχι μόνο από τα αμέτρητα κλικ των φωτογραφικών μηχανών του, αλλά που μπορεί να πιστοποιηθεί από το σύνολο των ανθρώπων του έντυπου και ηλεκτρονικού Tύπου που τους έλαχε να ανταλλάξουν μαζί του έστω και μία «καλημέρα». Επισήμως είναι γνωστό πως τον Νίκο τον νίκησε ο καρκίνος, επιτρέψτε μου όμως να «διαγνώσω» πως περισσότερο τον «στραγγάλισαν» οι άθλιες επαγγελματικές συνθήκες της πόλης. Ο Νίκος μαράζωσε και «πέθανε» την προηγούμενη δεκαετία, όταν έκλεισαν «Τα Νέα» και ο «Αγγελιοφόρος».
Οι συνέπειες χτύπησαν, ως γνωστόν, και την Αθήνα, αλλά για τη Θεσσαλονίκη οι δραματικές αλλαγές σήμαναν τον ξαφνικό και αμετάκλητο επαγγελματικό αφανισμό για δεκάδες συναδέλφους, ειδικά τους φωτορεπόρτερ. Ειδικότερα γι’ αυτούς που σαν τον Νίκο διάβαζαν ως υποταγή τα κελεύσματα για… προσαρμογή στις νέες συνθήκες. Η αποχαιρετιστήρια υπόσχεση του Δημήτρη Μεσσήνη, «σου δίνω τον λόγο μου ότι αυτοί που τόσο σε αδίκησαν θα το πληρώσουν και θα δικαιωθείς…», υπονοεί συμπυκνωμένα τον έσχατο ανυποχώρητο αγώνα του Νίκου για τα πνευματικά δικαιώματα των φωτογραφιών του, αγώνας-υποθήκη για τους νεότερους.
Ο Νίκος έφυγε στα 59 του χρόνια, έχοντας κλείσει στην πιάτσα 40 χρόνια (Θεσσαλονίκη, Βοσνία, Μέση Ανατολή, υπόθεση Τσάπμαν, ο φοιτητής με τις πιτζάμες, διεθνή πρακτορεία). Αξιώθηκα να συναναστραφώ κοντά 30 χρόνια αυτόν τον υπέροχο, τρυφερό άνθρωπο που δεν θέλησε τελετές αποχαιρετισμού. Οι λίγες αυτές λέξεις για τον Νίκο είναι δάκρυα μόνο, απόπειρα ελάχιστης –αλλά όχι τελευταίας– μοιρασιάς του πόνου με τη γυναίκα του Μαρίνα Παπαδοπούλου, τον αδελφό του Γιώργο και τους οικείους του.
