Το νησί βουλιάζει από κόσμο. Ακόμα και εδώ που συνήθως ο κόσμος χάνεται κάπου ανάμεσα στα δεκάδες χωριά και στις πάμπολλες πανέμορφες παραλίες. Η «βαριά ελληνική βιομηχανία» εδώ κρατάει 1,5 μήνα το πολύ πλέον. Ο τόπος τις τελευταίες μέρες κάπως βράζει και ο Πουνέντες δεν βοηθά πολύ. Για να αποφύγεις την υγρασία από την προβέντζα μπορείς, αντί να βραχώσεις στα αρμυρίκια, να πας δυτικά να συναντήσεις ένα ξακουστό φαράγγι.
Σε όλη τη διαδρομή της λαγκαδιάς υπάρχει τρεχούμενο νερό, που ουσιαστικά αναδημιουργεί το τοπίο, σχηματίζοντας βάθρες που με τη σειρά τους καταλήγουν σε μικρούς καταρράκτες, δημιουργώντας ένα σκηνικό φυσικής ομορφιάς ανάμεσα σε αιωνόβια πλατάνια και πλούσια βλάστηση. Η συνεχής ροή του νερού και η διοχέτευσή του μέσα από ένα σύνθετο δίκτυο από αυλάκια που οδηγούσε στους νερόμυλους και στα περιβόλια, μετέτρεψε κάποτε την περιοχή σε τόπο εμπορικής δραστηριότητας. Σήμερα σώζονται σε σχετικά καλή κατάσταση 5 μύλοι. Οι τουρίστες ξέρουν την περιοχή αλλά σταματάνε στην πρώτη στάση, στον Καταρράκτη της Νεράιδας. Αλλά η ομορφιά κρύβεται αρκετά πιο κάτω. «Μην πάτε φέτος στη Νεράιδα, δεν έχει βρέξει», λένε κάποιοι ντόπιοι. Τα ίδια έλεγαν και πρόπερσι, σκέφτομαι, αλλά οι πιο κάτω βάθρες θα μας αποζημιώσουν.
Η παρέα ενθουσιάζεται, συνεχίζει απτόητη στο στενό μονοπατάκι και αναμένει την αναζωογόνηση στα κρύα νερά στις φυσικές πισινούλες που τους έχω τάξει. Φτάνω στο σημείο και αυτό που αντικρίζω δεν το έχω ξαναδεί και ας έρχομαι εδώ τρεις δεκαετίες τουλάχιστον. Μια ροή μερικών σταγόνων θυμίζει ότι εδώ υπήρχε κάποτε καταρράκτης. Η βάθρα έχει εξαφανιστεί, όπως και η ζωή μαζί της. Οι τελευταίοι χειμώνες ήταν πιο άνυδροι, με ελάχιστες σφοδρές, ανεπιθύμητες καταιγίδες, μου εξηγούν οι ντόπιοι στο καφενείο αργά το απόγευμα. Ο Ζέφυρος έχει πέσει και σε μια οθόνη τα Βίλια καίγονται.
