Η είδηση της δολοφονίας της Βασιλικής προκάλεσε σοκ, θλίψη και οργή. Όπως συμβαίνει κάθε φορά που μια γυναίκα χάνει τη ζωή της εξαιτίας του φύλου της, η κοινωνία αναζητά εξηγήσεις. Πολύ συχνά, όμως, μένουμε στη συγκίνηση και δεν φτάνουμε στην ουσία. Και η ουσία είναι ότι οι γυναικοκτονίες δεν αποτελούν ούτε τυχαία ούτε μεμονωμένα περιστατικά. Είναι η ακραία έκφραση μιας κουλτούρας που εξακολουθεί να αναπαράγει ανισότητες, διακρίσεις και σχέσεις εξουσίας.
Πίσω από κάθε γυναικοκτονία κρύβεται συνήθως μια μακρά διαδρομή ελέγχου, εκφοβισμού και βίας. Πίσω της βρίσκονται επίσης θεσμικές αδυναμίες, κοινωνικές σιωπές και βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις που συχνά εμποδίζουν την έγκαιρη παρέμβαση και προστασία των θυμάτων. Η κοινωνία συχνά αναρωτιέται τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά. Το πραγματικό, όμως, ερώτημα είναι τι μπορούμε να κάνουμε από εδώ και πέρα. Να αναγνωρίζουμε έγκαιρα τα σημάδια της βίας. Να στηρίζουμε τα θύματα. Να απαιτούμε αποτελεσματικότερη λειτουργία των θεσμών. Να εκπαιδεύουμε τις νέες γενιές στις αξίες της ισότητας, του σεβασμού και της δημοκρατικής συνύπαρξης. Η ευθύνη αυτή δεν ανήκει αποκλειστικά στις γυναίκες. Δεν πρόκειται για ένα «γυναικείο ζήτημα». Είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας.
Οι άνδρες, μάλιστα, έχουν καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή της κουλτούρας που γεννά και νομιμοποιεί τη βία. Κάθε άνδρας που αντιδρά στον σεξισμό, υπερασπίζεται την ισότητα και απορρίπτει τη λογική της κυριαρχίας συμβάλλει ουσιαστικά στην πρόληψη της έμφυλης βίας. Η δολοφονία της Βασιλικής μάς υπενθυμίζει ότι καμία κοινωνία δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά ασφαλής όσο οι γυναίκες εξακολουθούν να κινδυνεύουν μέσα στις προσωπικές τους σχέσεις, στα σπίτια τους και στην καθημερινή τους ζωή.
Κάθε γυναικοκτονία αφήνει πίσω της περισσότερα από ένα θύματα. Αφήνει γονείς που θρηνούν το παιδί τους, αδέλφια που ζουν με το τραύμα της απώλειας, φίλους και φίλες που βασανίζονται από το ερώτημα αν θα μπορούσαν να είχαν κάνει κάτι διαφορετικό. Πάνω απ’ όλα, όμως, αφήνει παιδιά. Όπως στην περίπτωση της Βασιλικής. Παιδιά που συχνά χάνουν ταυτόχρονα και τη μητέρα και τον πατέρα τους: τη μητέρα από τη δολοφονική βία και τον πατέρα είτε λόγω φυλάκισης είτε λόγω αυτοχειρίας μετά το έγκλημα. Τα παιδιά αυτά καλούνται να μεγαλώσουν κουβαλώντας ένα βαρύ ψυχικό τραύμα. Έρευνες έχουν δείξει ότι αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης, αγχωδών διαταραχών, δυσκολιών στις κοινωνικές σχέσεις, αλλά και προβλημάτων στη σχολική και επαγγελματική τους πορεία. Κι όμως, η δημόσια συζήτηση σπάνια στρέφεται σε αυτούς τους αόρατους επιζώντες της γυναικοκτονίας.
Η θεσμική αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως διακριτής μορφής εγκλήματος θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη εξειδικευμένων δομών στήριξης για τα παιδιά και τις οικογένειες των θυμάτων, καθώς και στη δημιουργία μηχανισμών αποκατάστασης και μακροχρόνιας ψυχοκοινωνικής φροντίδας. Η άρνηση της κυβέρνησης να αναγνωρίσει τη γυναικοκτονία ως ιδιαίτερη κατηγορία εγκλήματος δεν αφορά μόνο τη μνήμη των γυναικών που χάθηκαν. Αφορά και τη στάση της πολιτείας απέναντι σε όσους μένουν πίσω, αναγκασμένοι να ζήσουν εφ’ όρου ζωής με τις συνέπειες μιας βίας που, σε πολλές περιπτώσεις, θα μπορούσε να είχε προληφθεί.
Η οργή, επομένως, δεν αρκεί. Οφείλει να μετατραπεί σε συλλογική διεκδίκηση. Η θλίψη πρέπει να γίνει δράση και η μνήμη δέσμευση ότι δεν θα επιτρέψουμε τη διαιώνιση αυτού του φαινομένου. Στις 9 Ιουνίου, οι φεμινιστικές οργανώσεις καλούν σε δημόσια συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο Σύνταγμα, στις 7 μ.μ. Πρόκειται για μια κινητοποίηση που αφορά κάθε άνθρωπο που πιστεύει στην ισότητα, στην αξιοπρέπεια και στο θεμελιώδες δικαίωμα στη ζωή. Ας βρεθούμε εκεί. Όχι μόνο για τη Βασιλική. Αλλά για όλες τις γυναίκες που χάθηκαν, για όσες κινδυνεύουν σήμερα και για μια κοινωνία που οφείλει, επιτέλους, να διακηρύξει με σαφήνεια και αποφασιστικότητα τη θέλησή της να μπει τέλος στις γυναικοκτονίες!
