Δρ. Απόστολος Σαμαράς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) παραμένει μια sui generis έννομη τάξη, της οποίας η συνοχή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το δικαιοδοτικό έργο των εθνικών και ενωσιακών δικαστηρίων. Εκεί, μακριά από τα φώτα της πολιτικής αντιπαράθεσης, κρίνεται συχνά η πραγματική θέση του ενωσιακού δικαίου στις εθνικές έννομες τάξεις των κρατών μελών.

Στο επίκεντρο αυτού του δικαιοδοτικού έργου βρίσκεται η «προδικαστική παραπομπή» του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Μέσω αυτής, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν, και σε ορισμένες περιπτώσεις οφείλουν, να ζητούν από το ΔΕΕ απαντήσεις για την ερμηνεία ή το κύρος του ενωσιακού δικαίου. Πρόκειται για τον βασικό δίαυλο του ενωσιακού δικαστικού διαλόγου. Χάρη σε αυτόν, το δίκαιο της Ένωσης διατηρεί έναν κοινό πυρήνα ερμηνείας, αντί να κατακερματίζεται σε 27 διαφορετικές εθνικές εκδοχές.

Η ελληνική συμμετοχή στον δικαστικό διάλογο παραμένει περιορισμένη. Σύμφωνα με τα στατιστικά του ΔΕΕ, στην πενταετία 2021 έως 2025, η Ελλάδα υπέβαλε συνολικά 27 αιτήσεις για έκδοση προδικαστικής απόφασης (σε σύνολο 2.784 αιτήσεων από όλα τα κράτη μέλη), έναντι 232 της Βουλγαρίας, 166 της Ρουμανίας, 165 του Βελγίου, 94 της Πορτογαλίας, 53 της Τσεχίας και 52 της Ιρλανδίας. Η εικόνα του 2025 είναι βελτιωμένη, αλλά η Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλά επίπεδα.

Η χαμηλή ελληνική επίδοση δεν αρκεί, από μόνη της, για ασφαλή συμπεράσματα. Κάθε έννομη τάξη έχει τη δική της δικονομική παράδοση, δικαστική κουλτούρα και όγκο υποθέσεων. Ωστόσο, οι ενδοιασμοί ως προς την αξιοποίηση της προδικαστικής παραπομπής στερούν από την ελληνική δικαιοσύνη ένα χρήσιμο εργαλείο που μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη σαφήνεια, ασφάλεια δικαίου και συμμετοχή στη διαμόρφωση της ενωσιακής νομολογίας.

Στο πλαίσιο της συνύπαρξης και αλληλοδιείσδυσης της ενωσιακής και των εθνικών εννόμων τάξεων, ο Έλληνας δικαστής καλείται να λειτουργήσει με διττή ευθύνη: ως δικαστής της εθνικής έννομης τάξης και ως δικαστής του ενωσιακού δικαίου. Ο ρόλος του καθίσταται έτσι πιο σύνθετος και απαιτητικός σε σύγκριση με το παρελθόν. Η προδικαστική παραπομπή, εφόσον χρησιμοποιείται με σύνεση, συνιστά άσκηση δικαιοδοτικής ευθύνης με επίγνωση της πολυπλοκότητας του ενωσιακού δικαίου.

Η ανάγκη αυτή διακρίνεται ακόμη πιο καθαρά σε υποθέσεις όπου τίθενται ζητήματα σχέσης Συντάγματος και δικαίου της ΕΕ ή θεμελιωδών δικαιωμάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ένα έγκαιρο ερώτημα προς το ΔΕΕ μπορεί να αποτρέψει μεταγενέστερες ασάφειες και αχρείαστες νομολογιακές συγκρούσεις. Μπορεί επίσης να ενισχύσει την ποιότητα της ελληνικής δικαστικής κρίσης.

Στις μέρες μας, θεμελιώδεις αρχές της ΕΕ, όπως η «αυτονομία» και η «υπεροχή» του ενωσιακού δικαίου, έχουν απολύτως πρακτικό περιεχόμενο. Συνδέονται με τη δυνατότητα του ενωσιακού κανόνα να εφαρμόζεται ομοιόμορφα και αποτελεσματικά σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ. Η εν λόγω ομοιομορφία διαμορφώνεται επίσης από τα εθνικά δικαστήρια, όταν υποβάλλουν τα κατάλληλα προδικαστικά ερωτήματα προς το ΔΕΕ στον ενδεδειγμένο χρόνο.

Η ανησυχία ότι η προδικαστική παραπομπή παρατείνει τη διάρκεια της δίκης είναι υπαρκτή. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί πάγιο λόγο αποφυγής της. Εξάλλου, τα αίτια για τις μεγάλες καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων στην Ελλάδα -ένα χρόνιο πρόβλημα- θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού.

Όταν τα εγχώρια δικαστήρια σπάνια θέτουν προδικαστικά ερωτήματα, ελλοχεύει ο κίνδυνος παρερμηνείας του ενωσιακού δικαίου, ενώ απουσιάζει και η ελληνική νομική οπτική από υποθέσεις που μπορούν να διαμορφώσουν την ενωσιακή νομολογία.

Η χώρα δεν χρειάζεται μια μηχανική αύξηση των προδικαστικών παραπομπών. Χρειάζεται μια πιο ώριμη δικαστική αυτοπεποίθηση. Σε μια Ένωση δικαίου, η ενεργή συμμετοχή στον ευρωπαϊκό δικαστικό διάλογο αποτελεί ένδειξη θεσμικής σοβαρότητας. Ο παρατεταμένος ελληνικός δισταγμός απέναντι στην προδικαστική παραπομπή μοιάζει πλέον όλο και λιγότερο πειστικός.

*Ο κ. Απόστολος Σαμαράς είναι Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος, Ερευνητής στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «Αριάν Κοντέλλη» του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).