Αποφεύγοντας «διπλωματικές» εκφράσεις, διατυπώνει εκτιμήσεις και κριτικές που αξίζει να διαβαστούν και να συζητηθούν: ότι το νέο σύστημα απειλεί με σταδιακή διάλυση τις πολιτικές συνοχής, ότι είναι πολύ πιο ευαίσθητο στους εθνικούς πολιτικούς κύκλους και έκθετο σε βραχυπρόθεσμες πολιτικές πιέσεις, ότι μπορεί να έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες για χώρες όπως η Ελλάδα, που έχουν ιστορικά επωφεληθεί από τις πολιτικές συνοχής, αν αποδεχτούν τη «λογική» του.
● Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει έναν μεγαλύτερο επταετή προϋπολογισμό της Ε.Ε. (Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο), αλλά με μειωμένη χρηματοδότηση για παραδοσιακές πολιτικές όπως η Συνοχή και η Κοινή Αγροτική Πολιτική. Πώς αξιολογείτε τις συνέπειες της εθνικοποίησης των πολιτικών Συνοχής μέσω της ενοποίησης των Ταμείων σε ένα ενιαίο εθνικό κονδύλιο;
Η πραγματική συζήτηση γύρω από τον επόμενο προϋπολογισμό της Ε.Ε. αφορά το πόσα χρήματα ξοδεύουν τα κράτη-μέλη από κοινού, πώς οργανώνεται η ευρωπαϊκή επενδυτική πολιτική και ποιος τη διαμορφώνει. Η πρόταση της Επιτροπής φαίνεται να βασίζεται σε δύο παραδοχές. Πρώτον, ότι η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας και ασφάλειας απαιτεί τη συγκέντρωση των επενδυτικών αποφάσεων και πόρων στα χέρια των Βρυξελλών και των εθνικών κυβερνήσεων, καθώς και την εστίαση σε περιορισμένο αριθμό μεγάλων παραγόντων και εμβληματικών έργων. Δεύτερον, ότι η συγχώνευση προγραμμάτων και κονδυλίων σε ένα ενιαίο εθνικό πλαίσιο θα απλοποιήσει το σύστημα και θα αυξήσει τον αντίκτυπό του.
«Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς θα αντιδράσουν οι εθνικές κυβερνήσεις – ιδίως εκείνες οι χώρες που έχουν ιστορικά επωφεληθεί από την πολιτική συνοχής. Θα αποδεχτούν ένα σύστημα που σταδιακά διαλύει την πολιτική συνοχής; Ή μήπως θα υπερασπιστούν το μοντέλο που έχει καταστήσει την πολιτική συνοχής ένα από τα πιο επιτυχημένα μακροπρόθεσμα επενδυτικά εργαλεία της Ε.Ε.;»
Αμφισβητώ και τις δύο παραδοχές. Ο ευρωπαϊκός δρόμος προς την ανταγωνιστικότητα –αλλά και προς τη θωράκισή της απέναντι σε κρίσεις– βασιζόταν ιστορικά σε μια ευρέως κατανεμημένη ικανότητα για καινοτομία και ανθεκτικότητα. Η ανταγωνιστικότητα στην Ευρώπη δεν οικοδομήθηκε ποτέ μόνο μέσω λίγων μεγάλων έργων, αλλά μέσω πολλών περιφερειακών οικοσυστημάτων καινοτομίας.
Οσον αφορά την απλοποίηση, η συγχώνευση κονδυλίων για τη γεωργία, τη συνοχή, τη μετανάστευση, τον έλεγχο των συνόρων, την αλιεία και άλλες προτεραιότητες σε ένα ενιαίο εθνικό κονδύλιο δεν εξαλείφει την πολυπλοκότητα. Απλώς μεταφέρει την πολυπλοκότητα και τους πολιτικούς συμβιβασμούς από το ευρωπαϊκό στο εθνικό επίπεδο. Και αν δεν υπάρξουν νέα χρήματα –δηλαδή καμία συμφωνία για νέους ιδίους πόρους ή υψηλότερες εθνικές συνεισφορές– αλλά υπάρχουν νέες προτεραιότητες, το αποτέλεσμα είναι ξεκάθαρο: οι πόροι θα μετακινηθούν από τη μία πολιτική στην άλλη. Στην πράξη, αυτό δημιουργεί πιέσεις για τη μεταφορά πόρων από παραδοσιακές πολιτικές, όπως η πολιτική Συνοχής και η Κοινή Αγροτική Πολιτική, προς νέες προτεραιότητες όπως η ανταγωνιστικότητα.

● Δεδομένων των αυξανόμενων οικονομικών αναγκών της Ε.Ε., οι πόροι για την πολιτική Συνοχής φαίνεται να βρίσκονται υπό πίεση. Τι συνέπειες θα μπορούσε να έχει αυτό για χώρες όπως η Ελλάδα;
Για την Ελλάδα, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι σημαντικές – όχι μόνο λόγω του όγκου της χρηματοδότησης, αλλά και εξαιτίας της νέας αρχιτεκτονικής του προϋπολογισμού. Στο τρέχον σύστημα, η πολιτική συνοχής έχει σαφή δομή και σκοπό: τη μακροπρόθεσμη εδαφική ανάπτυξη. Οι περιφέρειες, οι πόλεις και οι εθνικές αρχές γνωρίζουν περίπου ποιους πόρους θα έχουν στη διάθεσή τους σε βάθος αρκετών ετών και μπορούν να προγραμματίσουν τις επενδύσεις ανάλογα.
Ωστόσο, βάσει της νέας πρότασης, πολλές πολιτικές προτεραιότητες θα συγχωνευθούν σε ένα ενιαίο εθνικό πλαίσιο. Αυτό σημαίνει ότι τομείς που είναι όλοι κρίσιμης σημασίας για την Ελλάδα –επενδύσεις συνοχής, γεωργία, αλιεία, διαχείριση της μετανάστευσης, προστασία των συνόρων και άλλες στρατηγικές προτεραιότητες– θα ανταγωνίζονται ουσιαστικά για πόρους εντός του ίδιου χρηματοδοτικού πλαισίου.
Αυτό δημιουργεί μια ιδιαίτερα περίπλοκη κατάσταση. Η χώρα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα μεταναστευτικές πιέσεις στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε., την ανάγκη εκσυγχρονισμού της γεωργίας και της αλιείας, προκλήσεις αγροτικής ανάπτυξης, αυξανόμενη πίεση στέγασης στις πόλεις, ανάγκες προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και το μακροπρόθεσμο έργο της περιφερειακής σύγκλισης. Η ευθύνη για την εξισορρόπηση αυτών των αλληλοσυγκρουόμενων προτεραιοτήτων θα μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο από το ευρωπαϊκό επίπεδο στις εθνικές κυβερνήσεις. Αντί για διαφορετικά προγράμματα της Ε.Ε. με σαφείς στόχους και εγγυήσεις, οι εθνικές αρχές θα πρέπει να αποφασίσουν πώς να κατανείμουν τους πόρους μεταξύ της επισιτιστικής ασφάλειας, της αγροτικής ανάπτυξης, των αναγκών αστικής στέγασης, της διαχείρισης της μετανάστευσης, της εδαφικής ανάπτυξης και άλλων αναδυόμενων προτεραιοτήτων.
● Η πρόταση της Επιτροπής περιλαμβάνει ένα σχετικά μεγάλο αποθεματικό ευελιξίας. Τι μπορεί να συμβεί με αυτό;
Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος της χρηματοδότησης θα παραμείνει μη προγραμματισμένο στην αρχή της δημοσιονομικής περιόδου. Ενώ η ευελιξία μπορεί να είναι χρήσιμη σε περιόδους κρίσης, σημαίνει επίσης ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αποφασίζουν συνεχώς πόσα χρήματα θα διαθέσουν σε βραχυπρόθεσμες πολιτικές πιέσεις έναντι μακροπρόθεσμων διαρθρωτικών επενδύσεων. Αυτό αναπόφευκτα καθιστά την επενδυτική πολιτική της Ε.Ε. πιο ευαίσθητη στους εθνικούς πολιτικούς κύκλους και τις άμεσες πιέσεις. Επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν μειώνεται η χρηματοδότηση συνοχής. Το βαθύτερο ζήτημα είναι ότι η πολυπλοκότητα της διαχείρισης ανταγωνιζόμενων στρατηγικών προτεραιοτήτων μεταφέρεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα κράτη-μέλη, χωρίς τις ίδιες διαρθρωτικές διασφαλίσεις που παρείχε παραδοσιακά η πολιτική συνοχής.
● Η περιφερειακή πολιτική αποτέλεσε κεντρική διάσταση των πολιτικών σύγκλισης και συνοχής. Μπορείτε να αξιολογήσετε εάν θα είναι εξίσου αποτελεσματική στο νέο πλαίσιο που διαμορφώνεται;
Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι αυτή η νέα κεντρική προσέγγιση θα λειτουργήσει καλύτερα – αντιθέτως. Η περιφερειακή πολιτική λειτουργεί καλύτερα όταν βασίζεται στον τόπο, είναι προβλέψιμη και βασίζεται στη συνεργασία μεταξύ ευρωπαϊκού, εθνικού, περιφερειακού και τοπικού επιπέδου. Το ενιαίο εθνικό κονδύλιο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα βήμα προς την αποδυνάμωση της περιφερειακής πολιτικής – υπονομεύοντας τον ρόλο και την προβολή της ευρωπαϊκής επενδυτικής στρατηγικής, θολώνοντας το προφίλ της και συγχωνεύοντάς τη με άλλες πολιτικές. Ενα άλλο ζήτημα αφορά τη διακυβέρνηση. Η πρόταση κινείται προς το μοντέλο που χρησιμοποιείται για το Ταμείο Ανάκαμψης. Το μοντέλο αυτό σχεδιάστηκε ως μέσο έκτακτης ανάγκης μετά την πανδημία, με επίκεντρο την ταχεία ανάκαμψη και την ισχυρή κεντρική παρακολούθηση. Η πολιτική Συνοχής, ωστόσο, είναι μια μακροπρόθεσμη αποκεντρωμένη επενδυτική πολιτική, που εφαρμόζεται μέσω χιλιάδων περιφερειακών και τοπικών έργων. Η εφαρμογή ενός μοντέλου διακυβέρνησης που προορίζεται για τη διαχείριση κρίσεων σε μια διαρθρωτική εδαφική πολιτική εγείρει εύλογα ερωτήματα σχετικά με το πιθανό αποτέλεσμα.
● Ποια αποτελέσματα πιστεύετε ότι θα επιφέρει η αναπόφευκτη μετατόπιση της ισχύος –εξαιτίας του ενιαίου εθνικού πλαισίου– προς διαπραγματεύσεις σε επίπεδο εκτελεστικής εξουσίας;
Η πιο ορατή συνέπεια θα είναι πιθανότατα η μεγαλύτερη συγκέντρωση των επενδυτικών αποφάσεων, τόσο στις εθνικές πρωτεύουσες όσο και στις Βρυξέλλες. Οι εθνικές κυβερνήσεις θα έχουν ισχυρότερο ρόλο στην κατανομή πόρων μεταξύ διαφορετικών προτεραιοτήτων και περιφερειών εντός του εθνικού κονδυλίου. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα έχει άμεσο έλεγχο ενός μεγάλου μέρους του προϋπολογισμού της Ε.Ε. μέσω του Ταμείου Ανταγωνιστικότητας, ενισχύοντας την επιρροή της στις επενδυτικές αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
● Θεωρείτε ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος τα κριτήρια που διέπουν τις περιφερειακές πολιτικές να πάψουν να ακολουθούν αντικειμενικούς δείκτες των περιφερειακών αναγκών και αντ’ αυτού να εξαρτώνται από διαπραγματεύσεις με πολιτικά κίνητρα;
Η πρόταση εξακολουθεί να βασίζεται τυπικά σε αντικειμενικούς δείκτες, όπως το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και τα επίπεδα περιφερειακής ανάπτυξης. Το ερώτημα είναι πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις όταν πολλαπλές προτεραιότητες συγχωνεύονται στο ίδιο πλαίσιο και το μοντέλο διακυβέρνησης αλλάζει. Η πρόταση πλησιάζει περισσότερο στο μοντέλο που χρησιμοποιείται για τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, όπου η χρηματοδότηση συνδέεται με εθνικά ορόσημα και μεταρρυθμίσεις.
Στην πράξη, οι πληρωμές για περιφερειακές επενδύσεις –όπως δρόμοι, συστήματα αποχέτευσης ή δημόσιες συγκοινωνίες– θα μπορούσαν να εξαρτηθούν από εθνικές μεταρρυθμίσεις που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των εθνικών κυβερνήσεων, συχνά εκτός του πεδίου αρμοδιότητας των περιφερειακών αρχών.
● Ποια θα ήταν η βασική σας σύσταση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς προετοιμάζει τον επόμενο προϋπολογισμό της Ε.Ε.;
Η πρόταση της Επιτροπής βρίσκεται ήδη στο τραπέζι. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς θα αντιδράσουν οι εθνικές κυβερνήσεις – ιδίως εκείνες οι χώρες που έχουν ιστορικά επωφεληθεί από την πολιτική Συνοχής. Θα αποδεχτούν ένα σύστημα που σταδιακά διαλύει την πολιτική Συνοχής; Η μήπως θα υπερασπιστούν το μοντέλο που έχει καταστήσει την πολιτική Συνοχής ένα από τα πιο επιτυχημένα μακροπρόθεσμα επενδυτικά εργαλεία της Ε.Ε.; Μιλώντας από την οπτική γωνία των πόλεων και των περιφερειών της Ευρώπης, η σύσταση είναι σαφής: η πολιτική Συνοχής θα πρέπει να παραμείνει μια ισχυρή, αυτόνομη, αποκεντρωμένη ευρωπαϊκή επενδυτική πολιτική, η οποία θα στηρίζει τη δημογραφική, κλιματική, βιομηχανική, ψηφιακή και ενεργειακή μετάβαση –καθώς και την ανταγωνιστικότητα– όλων των περιφερειών.
