«Ηταν σημαντική πηγή ανύψωσης του ηθικού για μένα, αλλά και για όλους όσοι αγωνίζονται για Δημοκρατία, ελευθερίες και το κράτος δικαίου» της έγραψε ο φυλακισμένος αντίπαλος του Ερντογάν. Στο ίδιο πνεύμα έχει εκφράσει την ενεργό πολιτική στήριξή της στον αντι-Ορμπάν δήμαρχο Βουδαπέστης και συμμετείχε ενεργά στο Pride της ουγγρικής πρωτεύουσας, που παρά λίγο να απαγορευτεί από την κυβέρνηση.
Ποια είναι η Ελληνίδα που οι Βρυξέλλες γνωρίζουν εδώ και χρόνια, αλλά είναι ελάχιστα γνωστή στη χώρα της; Πρόκειται για τη Βούλα Τσέτση, συμπρόεδρο του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος -μαζί με τον Ιρλανδό Κιαράν Κούφε- του ευρωπαϊκού πολιτικού σχηματισμού που ενώνει 39 Πράσινα Κόμματα από όλη την Ευρώπη.
Μεταξύ των κομμάτων-μελών είναι το Bündnis 90/Die Grünen (Γερμανία), το Europe Écologie–Les Verts (Γαλλία) και το Ecolo and Groen (Βέλγιο), αλλά είναι και κόμματα εκτός Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένου του Πράσινου Κόμματος Αγγλίας και Ουαλίας και του Zeleno–levi front (Σερβία). Στο Ευρωκοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κόμμα Πρασίνων εκπροσωπείται από την ομάδα των Πρασίνων, ενώ στην Ελλάδα είχε υποστηρίξει την υποψηφιότητα του κινήματος «Κόσμος» του Π. Κόκκαλη για τις ευρωεκλογές.
Η Βούλα Τσέτση γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά μεγάλωσε στα Ιωάννινα. Σπούδασε Πολεοδομικό και Περιφερειακό Σχεδιασμό στην Ιταλία και μετά ξεκίνησε να δουλεύει στις Βρυξέλλες. Για πολλά χρόνια ήταν η «ισχυρή γυναίκα» των Πρασίνων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καταλαμβάνοντας διάφορες σημαντικές θέσεις. Αλλά από τον περασμένο Δεκέμβριο ψηφίστηκε συμπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κόμματος των Πρασίνων, μια θέση ευθύνης για το Πράσινο Κίνημα.
Την πετύχαμε σε ένα πέρασμά της από τις Βρυξέλλες, πριν ταξιδέψει ξανά για να συμμετάσχει σε διαβουλεύσεις με επικεφαλής κομμάτων και πολιτικών σε Ισπανία, Πορτογαλία και αλλού. Ηταν την περασμένη Πέμπτη, τη μέρα που στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και η Ακροδεξιά συμμάχησαν για να μειώσουν τις υποχρεώσεις λογοδοσίας των εταιρειών για περιβαλλοντικά ζητήματα, αλλά και για τις κοινωνικές και εργασιακές συνέπειες.
«Η ψηφοφορία είναι ιστορική, δυστυχώς με την αρνητική έννοια. Είναι η πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα το ΕΛΚ αποφάσισε να σπάσει αυτό που λέμε “δημοκρατικό φραγμό” και να ενώσει τις δυνάμεις του με τον Ορμπαν και τη Λεπέν» είπε στην «Εφ.Συν.» η Βούλα Τσέτση. «Με αυτήν την ψήφο ανοίγει η πόρτα στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες να αλωνίζουν χωρίς να ελέγχονται και χωρίς να συμβάλλουν πιο θετικά στη διατήρηση του περιβάλλοντος και την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών», μας εξήγησε και πρόσθεσε: «Το πρόβλημα ξεκινάει από το γεγονός ότι στον βωμό της “απλοποίησης” η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάνει πίσω από την Πράσινη Συμφωνία που είχε υποστηρίξει αρχικά η πρόεδρός της, φον ντερ Λάιεν, προκειμένου η Ε.Ε. να καταπολεμήσει τις κλιματικές αλλαγές, αλλά και να γίνει πρωτοπόρος σε θέματα τεχνολογίας και πράσινης μετάβασης».
«Η Ελλάδα, όπως και όλη η Μεσόγειος, έχει τεράστιες ευκαιρίες μέσω των ΑΠΕ. Οι εξορύξεις και όλη η στρατηγική Τραμπ είναι ακριβώς το αντίθετο από μια οικονομική λύση στο ενεργειακό: στοιχίζουν υπερβολικά, καταστρέφουν τις θάλασσές μας και δεν είναι καν ανταγωνιστικές σε σχέση με τις ΑΠΕ».
«Πρωταγωνιστής» της στροφής του ΕΛΚ προς την Ακροδεξιά είναι ο επικεφαλής του. Ζητήσαμε το σχόλιο της Βούλας Τσέτση: «Ο Μάνφρεντ Βέμπερ είχε πει ότι έχει τρία κριτήρια για τις πολιτικές ομάδες που θα συνεργαστεί: να είναι υπέρ της Ε.Ε., υπέρ της Ουκρανίας και υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό που κάνει είναι μια απαράδεκτη ανατροπή της ίδιας του της θέσης. Συνεργάζεται με κόμματα αντιευρωπαϊκά, εναντίον των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αντιουκρανικά. Επίσης στρέφεται τόσο εναντίον της Πράσινης Συμφωνίας, που μου θυμίζει τον τρόπο που ο Τραμπ ενεργεί, χωρίς κανένα φίλτρο για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής».
Κατά την πρόεδρο των Ευρωπαίων Πρασίνων, σε μια Ευρώπη χτυπημένη από ακραία καιρικά φαινόμενα, με μια Μεσόγειο που θερμαίνεται όλο και περισσότερο, που το θέμα της έλλειψης νερού θα αποδειχθεί η μεγαλύτερη κρίση των επόμενων χρόνων, το να μιλάς γι’ αυτά δεν είναι οικολογική ανησυχία, αλλά κύριο θέμα οικονομικών επιλογών. «Τι κρύβεται από πίσω; Τα μεγάλα λόμπι, οι μεγάλες πολυεθνικές και το γεγονός ότι ο τραμπισμός στην Ευρώπη έχει φτάσει για τα καλά» λέει η Τέτση χωρίς να μασάει τα λόγια της.
Δεν είναι μόνο η κεντρική ευρωπαϊκή εξουσία ωστόσο. Στην Ελλάδα, μετά τη βίαιη απολιγνιτοποίηση και την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι πρόσφατες ενεργειακές συμφωνίες με μεγάλες αμερικανικές εταιρείες διύλισης προμηνύουν πιθανές εξορύξεις στο Ιόνιο, κατά το «drill baby drill» του Τραμπ.
«Πιστεύω ότι η Ελλάδα, όπως και όλη η Μεσόγειος, έχει τεράστιες ευκαιρίες μέσω των ΑΠΕ. Οι εξορύξεις και όλη η στρατηγική Τραμπ, που στέλνει τις εταιρείες του σε όλον τον κόσμο χωρίς κανένα στοιχείο προστασίας του περιβάλλοντος, τι θα σημάνουν για τον κόσμο που ζει σε αυτές τις περιοχές, τι θα σημάνουν για την αλιεία, την καθαριότητα της θάλασσας; Και δεν είναι μόνο το Ιόνιο, είναι και το Νότιο Αιγαίο που κινδυνεύει. Πιστεύω ότι είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που θα μας φέρει μια οικονομική λύση στο ενεργειακό πρόβλημα σήμερα: οι εξορύξεις υδρογονανθράκων στοιχίζουν πολύ, καταστρέφουν τις θάλασσές μας και δεν είναι ούτε καν ανταγωνιστικές σε σχέση με τις ΑΠΕ» λέει η Β. Τσέτση.
«Και επειδή μιλάμε για οικονομία και κόστη, εδώ χρειάζεται να κάνουμε πολιτικές επιλογές. Η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα δεν θα ξεπεραστεί με τις εξορύξεις σε ένα οικοσύστημα που στηρίζει τον τουρισμό και την ανάπτυξη όλου του χώρου. Το πιο σημαντικό είναι να προστατέψουμε τη χώρα, να την αναπτύξουμε με βιώσιμο τρόπο, να προστατέψουμε τις θάλασσές μας, γιατί είναι ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας μας. Και οι συμβιβασμοί θα πρέπει να έχουν όρια», υπογραμμίζει η συμπρόεδρος των Πρασίνων.
Επιμένει ότι το κόμμα της έχει απαντήσεις για όλα τα θέματα: από την εξωτερική πολιτική και τις γεωστρατηγικές επιλογές μέχρι το θέμα των Airbnb και των βασικών κοινωνικών υποδομών. Τέλος, δηλώνει απερίφραστα ότι υπάρχει χώρος για ένα Πράσινο Κόμμα στην Ελλάδα. «Λείπει πάρα πολύ, γιατί αυτά που πρεσβεύουμε δεν είναι μόνο οικολογικά, αλλά είναι οικονομικά και κοινωνικά. Υπάρχει μια συλλογική προσέγγιση που χρειάζεται σε κάθε χώρα» καταλήγει.
