Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ενδοοικογενειακή βία είναι μια από τις πιο σύνθετες και επίμονες μορφές κοινωνικής παθογένειας, ένα εξαιρετικά συχνό φαινόμενο και ένα πεδίο στο οποίο συναντώνται το ποινικό δίκαιο, η ανθρώπινη ευαλωτότητα και η ανάγκη για θεσμική επαγρύπνηση. Το νέο βιβλίο του ποινικολόγου και διδάκτορα Νομικής ΑΠΘ, Ευτύχη Φυτράκη, με τίτλο «Ενδοοικογενειακή βία – Θεσμικό πλαίσιο», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σάκκουλα, έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό, αυτό της συγκέντρωσης και οργάνωσης του ετερόκλητου νομοθετικού υλικού γύρω από το φαινόμενο σε ένα ενιαίο και εύχρηστο έργο.

Οπως εξηγεί ο ίδιος στη συνέντευξη που ακολουθεί, το βιβλίο απευθύνεται όχι μόνο στον νομικό της πράξης, αλλά και σε κάθε επαγγελματία πρώτης γραμμής, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, αστυνομικούς, διοικητικούς, καθώς και σε κάθε πολίτη που θέλει να καταλάβει σε βάθος τι πραγματικά ισχύει. Με έμφαση στην ενσυναίσθηση αλλά και την επιστημονική ακρίβεια, ο συγγραφέας επιχειρεί να χαρτογραφήσει το θεσμικό τοπίο, να φωτίσει τις αντιφάσεις του και να αναδείξει το χάσμα μεταξύ θεωρίας και πράξης.

Ο Ευτύχης Φυτράκης, μιλώντας στην «Εφ.Συν.», εξηγεί ανάμεσα σε άλλα το περιεχόμενο και τη φιλοσοφία του βιβλίου, τα θεσμικά κενά και τις παρανοήσεις γύρω από την ποινική διάσταση του φαινομένου, τη σημασία της πρόληψης και της θεσμικής συνεργασίας, αλλά και τη δυνατότητα του δικαίου να λειτουργήσει ως μοχλός αλλαγής κουλτούρας.

Τι σας ώθησε να συγκεντρώσετε όλο το νομικό υλικό για την ενδοοικογενειακή βία σε έναν τόμο;

Οι λόγοι που ωθούν έναν πολίτη και νομικό ν’ ασχοληθεί με την ενδοοικογενειακή βία είναι συχνά ιδεολογικοί, πολιτικοί και επιστημονικοί. Το ερευνητικό ενδιαφέρον, βέβαια, καθορίζεται από τις πολιτικές και κοινωνικές συντεταγμένες καθενός από μας. Το ζωηρό δημόσιο ενδιαφέρον για τη θεματική ενισχύει, σίγουρα, αυτή την επιλογή. Ωστόσο, το επιστημονικό ενδιαφέρον έχει να κάνει με την απουσία μιας ολιστικής προσέγγισης της νομοθεσίας, την περιορισμένη νομική επεξεργασία λόγω της διαθεματικότητάς της και, τελικά, την ισχυρή ανάγκη για συγκρότηση σε σώμα ενός πολυεπίπεδου νομοθετικού υλικού. Τα ερεθίσματα είναι πολλά και αρκούντως δυνατά: τα επαναλαμβανόμενα συμβάντα, η συχνά έντονη δημόσια συζήτηση, η μεταβαλλόμενη νομοθεσία, η εξελισσόμενη νομολογία αλλά και ο ζωντανός –ενίοτε οξύς– πολιτικός διάλογος.

Κατά τη διάρκεια της συγγραφής και της συγκρότησης αυτού του υλικού, ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε; Υπήρξε κάτι που σας αιφνιδίασε ή σας προβλημάτισε ιδιαίτερα;

Το νομοθετικό υλικό είναι ετερόκλητο και εκτείνεται στο ποινικό δίκαιο, το διεθνές, το ενωσιακό, το διοικητικό δίκαιο, το αστικό και, τέλος, τις δικονομίες. Η οργάνωση και ταξινόμηση είναι αναγκαία. Οι διαφοροποιήσεις, ουσίας αλλά και μεθόδου, είναι σημαντικές, οι συγκλίσεις δύσκολες, η ελληνική (νομική) παράδοση δεν ευνοεί –δυστυχώς– διακλαδικές προσεγγίσεις. Αρα η σύνθεση δεν είναι απλή υπόθεση. Παράλληλα οι απανωτές αλλαγές στη νομοθεσία, ιδίως του ν. 3500/2006, καθιστούν αναγκαία την παράλληλη παράθεση των άρθρων όπως ισχύουν σήμερα αλλά και όπως ίσχυαν προηγουμένως, για να δούμε τι τελικά εφαρμόζεται.

Από την άλλη, συχνά τα ΜΜΕ αλλά και η κυρίαρχη πολιτική ρητορεία κινούνται στα δύο άκρα: από την απάθεια και την αδράνεια στον πανικό και την υπεραντίδραση. Ετσι ανθεί ο ποινικός λαϊκισμός, που βέβαια δεν προσφέρει τίποτα ουσιαστικό, πέρα από επικοινωνιακά οφέλη στους κρατούντες. Η εξαλλοσύνη είναι ένας κακός οδηγός της πολιτείας και δεν αρμόζει σ’ ένα κράτος δικαίου. Και βέβαια η έξαρση ενδιαφέροντος ύστερα από κάποια υπόθεση με δημόσιο ενδιαφέρον ή κάποιον celebrity-δράστη συνήθως δεν διαρκεί, τα φώτα σβήνουν, τα θέματα παραμένουν, τα θύματα ξεχνιούνται… Ποιος νοιάζεται αλήθεια μετά; Το στοίχημα εδώ είναι να βλέπει κανείς τα πράγματα με ενσυναίσθηση μεν, με ψυχραιμία και νηφαλιότητα δε. Και εδώ η τήρηση με ακρίβεια των απαιτήσεων της επιστημονικής μεθοδολογίας είναι αδιαπραγμάτευτη. Η ισορροπία είναι συχνά μια δύσκολη υπόθεση. Η ευαισθησία, όμως, στον ανθρώπινο πόνο δεν σημαίνει εξαλλοσύνη.

Τι με συγκλόνισε; Η υπόθεση της Κυριακής Γρίβα στο Α.Τ. Αγίων Αναργύρων υπήρξε τομή, καθώς συμπυκνώνει τραγικά όλη την παθολογία των κρατικών πολιτικών για την ενδοοικογενειακή βία. Η αποτυχία του συστήματος να αντιμετωπίσει με αποτελεσματικότητα το φαινόμενο υπήρξε παταγώδης. Αν κανείς βλέπει εδώ μόνο (ατομική) ευθύνη σ’ έναν αξιωματικό υπηρεσίας, βλέπει το δέντρο αλλά όχι το δάσος.

Κατά τη γνώμη σας, ποια είναι τα βασικά κενά ή οι αντιφάσεις που εντοπίζονται σήμερα στο ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο για την ενδοοικογενειακή βία;

Η αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας θεωρείται, εσφαλμένα κατά τη γνώμη μου, ότι κατά κύριο λόγο πρέπει να είναι ποινική, δηλαδή κατασταλτική. Ετσι, όμως, έχουμε ένα υπερδιογκωμένο ποινικό δίκαιο, το οποίο υπηρετεί απλά επικοινωνιακούς ή συμβολικούς σκοπούς, χωρίς νόημα και αποτέλεσμα. Ο ποινικός λαϊκισμός και στο πεδίο αυτό «λύνει και δένει». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη ευρωπαϊκή Οδηγία 1385/2025, η οποία ενσωματώθηκε με τον ν. 5172/2025 μερικώς – μόνο δηλαδή στο ποινικό της μέρος. Δεν υιοθετήθηκαν όμως νέα μέτρα για την προστασία και την υποστήριξη των θυμάτων, την πρόληψη και την έγκαιρη παρέμβαση, την κατάρτιση και ενημέρωση των επαγγελματιών, τα προγράμματα παρέμβασης, τον συντονισμό και τη συνεργασία φορέων κ.ά. Ετσι, η ανεπάρκεια και η περιορισμένη εκπαίδευση του προσωπικού των δομών πρώτης γραμμής, τα κενά επικοινωνίας μεταξύ των διαφορετικών φορέων και τα προβλήματα συντονισμού παραμένουν. Η δουλειά με την πεπατημένη, δηλαδή με κατεστημένες νοοτροπίες, δεν αποδίδει.

Πόσο επαρκώς εφαρμόζονται στην πράξη οι θεσμοί προστασίας θυμάτων, όπως το «πάνικ μπάτον» ή οι δομές φιλοξενίας; Υπάρχει απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη;

Νέοι θεσμοί και νέες διαδικασίες χρειάζονται χρόνο δοκιμασίας, αποδοχής, εξοικείωσης και, τελικά, καθιέρωσης. Κάποια βήματα έχουν γίνει. Η ελληνική διοίκηση και η Δικαιοσύνη δεν διαθέτουν ιδιαίτερη ευελιξία ούτε αγαπούν τις αλλαγές. Συνεπώς, υπάρχει μεγάλο περιθώριο βελτιώσεων στη λειτουργία των θεσμών. Γι’ αυτό χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια σε βάθος χρόνου, χρειάζεται δηλαδή επιμονή, καθώς στη χώρα μας υπάρχει ένα έντονο έλλειμμα εμπιστοσύνης στους δημόσιους φορείς και τις κρατικές πολιτικές. Αναγκαίες είναι εδώ η σταθερότητα των υπηρεσιών και η παγίωση θεσμών, δομών και κυρίως επικοινωνίας μεταξύ υπηρεσιών. Για να γίνει η θεωρία πράξη, μ’ άλλα λόγια για να «γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή». Οι πρόσκαιρες επικοινωνιακές στρακαστρούκες δεν βοηθούν σ’ αυτό.

Το βιβλίο απευθύνεται εξίσου σε νομικούς όσο όμως και σε επαγγελματίες του πεδίου (κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους, διοικητικούς υπαλλήλους, αστυνομικούς). Φιλοδοξία αυτής της έκδοσης είναι να αποτελέσει έναν εύχρηστο τόμο γι’ αυτούς που έχουν μπροστά τους τα περιστατικά και αναζητούν λύσεις και επιλογές. Το θεσμικό πλαίσιο αποτελεί έναν χρήσιμο οδηγό για τη δράση όλων αυτών των επαγγελματιών στο πλαίσιο της ευθύνης τους»

Το βιβλίο απευθύνεται και σε μη νομικούς. Πώς διασφαλίσατε ότι παραμένει κατανοητό και προσβάσιμο σε επαγγελματίες άλλων κλάδων ή σε απλούς πολίτες;

Θα έλεγα ότι απευθύνεται εξίσου σε νομικούς όσο όμως και σε επαγγελματίες του πεδίου (κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους, διοικητικούς υπαλλήλους, αστυνομικούς). Φιλοδοξία αυτής της έκδοσης είναι να αποτελέσει έναν εύχρηστο τόμο γι’ αυτούς που έχουν μπροστά τους τα περιστατικά και αναζητούν λύσεις και επιλογές. Το θεσμικό πλαίσιο αποτελεί έναν χρήσιμο οδηγό για τη δράση όλων αυτών των επαγγελματιών στο πλαίσιο της ευθύνης τους.

Ακριβώς για να είναι κατανοητό το κείμενο των νόμων, στο βιβλίο έχουν συμπεριληφθεί βοηθητικά-ερμηνευτικά εργαλεία, όπως είναι οι αιτιολογικές εκθέσεις των νόμων, εγκύκλιοι της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αλλά ακόμα και οι χρήσιμες υποδείξεις της Grevio για την εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης στη χώρα μας. Παράλληλα, υπάρχει ένα εισαγωγικό κείμενο για τις βασικές έννοιες, ιδίως ποινικού δικαίου.

Κατά την έρευνά σας, ποιον ρόλο παίζει το διεθνές και ενωσιακό δίκαιο (όπως η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης ή η νέα Οδηγία της Ε.Ε.) στην πίεση για ουσιαστικές αλλαγές στην εθνική πολιτική κατά της ενδοοικογενειακής βίας;

Πολύ σημαντικό. Είναι η ατμομηχανή για τις αλλαγές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν στη χώρα μας. Ωστόσο, συχνά η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την ευρωπαϊκή ή τη διεθνή είναι μονομερής, κακότεχνη ή αποσπασματική. Η έγνοια του Ελληνα νομοθέτη φαίνεται ότι είναι όχι τόσο να εμπνευστεί από τα διεθνή κείμενα όσο να φανεί ότι τα ενσωμάτωσε «όπως όπως», ενίοτε ως απλή μετάφραση. Συχνά δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη τα ελληνικά νομικά ή πραγματικά δεδομένα. Ετσι, όμως, προκαλούνται προβλήματα ερμηνείας και εφαρμογής, ενώ ακόμα μία φορά δημιουργείται απόσταση μεταξύ νόμου και πραγματικότητας. Καταλήγουμε μ’ αυτόν τον τρόπο σε μια εικονική ή φαινομενική εναρμόνιση, όπου ο νόμος τραβά την πορεία του και η ζωή, ξεχωριστά, τη δική της.

Πώς ελπίζετε να αξιοποιηθεί αυτός ο τόμος από τους επαγγελματίες και τους φορείς που έρχονται σε επαφή με περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας; Θεωρείτε ότι μπορεί να συμβάλει και σε μια αλλαγή νοοτροπίας;

«Η γνώση είναι δύναμη», το ξέρουμε πια καλά, ήδη από τον Μπέικον. Ενα τέτοιο βιβλίο, ως χρηστικό εργαλείο, μεταφέρει γνώση και πληροφορίες για τους νομικούς, κατά την απονομή της δικαιοσύνης, αλλά και τους επαγγελματίες του πεδίου, για το τι προβλέπεται, τι ισχύει και πώς κάποιος μπορεί να «πατήσει» στον νόμο για την ενημέρωση, την πρόληψη, την προστασία και την υποστήριξη των θυμάτων.

Το δίκαιο δεν είναι ένα επαναστατικό εργαλείο, μπορεί όμως να είναι μέσο χειραφέτησης, προστασίας δικαιωμάτων ή και εφαλτήριο διεκδικήσεων. Το δίκαιο καθορίζεται από τους κοινωνικοοικονομικούς συσχετισμούς, αλλά με τη σειρά του τους επηρεάζει εξίσου, καθορίζει τη διαμόρφωσή τους. Συνυπάρχει με ορισμένη κουλτούρα αλλά και τη διαμορφώνει, αποτυπώνει ιδεολογία αλλά δημιουργεί και ιδεολογία. Αρα και εδώ μπορεί κάποιος να προσδοκά ότι, σιγά σιγά, θα γίνει «κοινό τοις πάσι» στη διάθεση του καθενός ότι «το ξύλο δεν βγήκε από τον παράδεισο», αλλά ότι (μάλλον) οδηγεί στην κόλαση. Μια τέτοια αλλαγή δεν είναι εύκολη, ακριβώς γιατί συγκρούεται με «παραδοσιακές» νοοτροπίες και στερεότυπες προσλήψεις. Ομως και οι νοοτροπίες αλλάζουν, είναι ζωντανές και καθορίζονται από ανθρώπους, νόμους και δυναμικές.