Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στιγμή δεν έπαυε να υποστηρίζει ότι η Αριστερά είναι πρωτίστως ευαισθησία. Κάτι διέγνωσε (;), νωρίς, καλά, κάτι που πολλοί συναγωνιστές του στη Μεταπολίτευση και εντεύθεν αδυνατούσαν να κατανοήσουν. Στάθηκε μακριά από κομματικές αγκυλώσεις και δογματικές αριστερές πεποιθήσεις, ισχνές και ανίσχυρες μπροστά στην αναδυόμενη καταναλωτική και τεχνολογική κοινωνία. Από κούνια αριστερός μπόρεσε να δει τους νέους καιρούς, τους νέους ανθρώπους της νέας εποχής. Το ν έ ο αυτό δεν ήταν απαραιτήτως πρωτοποριακό ή προοδευτικό, προοιωνιζόταν εντούτοις τη διαφορετική διαστρωμάτωση της κοινωνίας, μιας κοινωνίας χωρίς προλεταριάτα και συνδικαλιστικές διασφαλίσεις, χωρίς εργατικές αναμοχλεύσεις, που θα επέφεραν τάχα μια κοινωνική δικαιοσύνη, μια ισότητα στις σχέσεις των φύλων και αναδιανομή επί τα ίσω του εθνικού εισοδήματος.

Ο Γιώργος Βότσης υπηρέτησε μια δημοσιογραφία που διέθετε πενιχρά τεχνολογικά μέσα, οι δημοσιογράφοι όμως είχαν μέσα τους πάθος για την αλήθεια, νόμιζαν ότι μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο, μέσα σε ένα καθεστώς που προερχόταν από έναν σπαραχτικό και εξοντωτικό Εμφύλιο, με ηττημένη την Αριστερά από έναν εσμό δωσίλογων και ταυτισμένων εξευτελιστικά με τον φασίστα Γερμανό κατακτητή. Θεώρησαν μέγιστο χρέος τους να απαλλαγούν από αυτόν τον ασφυκτικό κλοιό του εσμού αυτού, ατύχησαν όμως στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας τους να σκοντάψουν πάλι επικίνδυνα στη χούντα των συνταγματαρχών, που ανέκοψε την πολιτική και πολιτισμική έκρηξη της χώρας, στην οποία έκρηξη είχαν συμβάλει και δημοσιογράφοι του μεγέθους του Γιώργου Βότση.

Μόνιμος συνοδοιπόρος του στην προσπάθειά του να αντισταθεί στη χούντα, αλλά και σε κάθε μορφή εξουσίας αργότερα, ο αδελφικός του φίλος και σύντροφος Περικλής Κοροβέσης, ο οποίος με την κατάθεσή του στο Συμβούλιο της Ευρώπης και την έκδοση του βιβλίου «Οι ανθρωποφύλακες» ταρακούνησε την Ευρώπη, αποδεικνύοντας με δραματικό τρόπο τα βασανιστήρια της χούντας σε ανθρώπους της Αριστεράς. Εχει σημασία ότι και οι δυο τους παρεξέκλιναν από τις επίσημες γραμμές των κομματικών οδηγιών, κάνοντας κριτική -και ήσαν από τους ελάχιστους πρώτους αριστερούς- στη «μαμά» Σοβιετική Ενωση, κινούμενοι, λίγο ώς πολύ, στον τροτσκιστικό-αναρχικό-αντιεξουσιαστικό χώρο και στη γαλλική αριστερή αμφισβήτηση με μπροστάρηδες τους Παπαϊωάννου, Καστοριάδη, Αξελό, τους τρεις Ελληνες διανοούμενους που εργάζονταν ως πανεπιστημιακοί ή ερευνητές στο Παρίσι.

Πέρα από την αγωνιστική, αντιστασιακή του δράση και την αιχμηρή αρθρογραφία του, ο Γιώργος Βότσης παρέμεινε ένας φανατικός φίλος και εραστής της ζωής που κυλούσε, όπως κυλούσε, δίπλα του. Ευγενικός, τρυφερός, ανοιχτόκαρδος, γαλαντόμος απέναντι στους φίλους του, στιγμή δεν δίσταζε να αφιερώνει χρόνο μαζί τους. Κατάφερε, με κόπο, να στήσει ένα εξοχικό στη βορειοανατολική Εύβοια, σε ένα χωριό [Βλαχιά], που έβλεπε στο Αιγαίο, όπου ξεκουραζόταν κάπου κάπου και όπου φιλοξενούσε φίλους αλλά και άσχετους. Τα κλειδιά του σπιτιού τα άφηνε εκεί, σε ένα εξωτερικό ρολόι της ΔΕΗ και όποιος ήθελε μπορούσε να πάει, κατόπιν συνεννοήσεως βεβαίως, να ανοίξει την πόρτα και να μείνει εκεί όσο ήθελε. Εχω γλυκιά πείρα…

Κάτι που αρνιόταν -και δυσανασχετούσε όταν κάποιος επέμενε- ήταν όταν τον προσφωνούσαν διανοούμενο· άφηνε αυτούς τους χαρακτηρισμούς για όσους πραγματικά ασχολούνταν αναλυτικά με τα βαθιά προβλήματα της χώρας: σε κοινωνιολόγους και φιλοσόφους και παιδαγωγούς-καθηγητές, συγγραφείς-ποιητές τους οποίους μνημόνευε ακούραστα. Ο ίδιος, όπως μου εκμυστηρευόταν, ξέσκαγε διαβάζοντας κλασικά αστυνομικά μυθιστορήματα, αρνούμενος περαιτέρω να συγγράψει ένα δικό του μυθιστόρημα ή κάποιου άλλου είδους πόνημα. Του αρκούσαν τα κείμενά του, κυρίως στην «Ελευθεροτυπία», τα οποία, άμα τη δημοσιεύσει τους, προκαλούσαν κύκλους συζητήσεων και προβληματισμό στους φοιτητικούς και εργατικούς, δημοσιογραφικούς άμα τε και πανεπιστημιακούς χώρους. Συνέγραψε εντούτοις δύο βιβλία με τα εφημεριδογραφήματά του: α) «Σε μαύρο φόντο», για το οποίο σημείωσε ο Ηλίας Φ. Ηλιού: «…Διέπεται από ένα πνεύμα μαχητικό, τολμηρό, ζωηρό, που μάχεται για τις ελευθερίες και για τον σοσιαλισμό – και αυτό, ιδίως, είναι η αξία του». β) «Πολίτης χωρίς πόλη» (Καστανιώτης), στο εξώφυλλο του οποίου ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης παρατηρεί: «Ισως η πιο περίεργη “αντίφαση” του Γ.Β. είναι ότι, όντας ένα αντικομφορμιστικό πνεύμα, δίνει μαθήματα διαλεκτικής ευπρέπειας και δημοσιογραφικής δεοντολογίας και, παρά την οξύτητα και απολυτότητά του, ποτέ δεν καταδέχεται ευτελή σλόγκαν για να πείσει τον αναγνώστη».

Ηταν, μαζί με λίγους άλλους, από τους πιο επιδραστικούς γραφιάδες της εποχής του [και της κάθε εποχής] – και αυτή ήταν, θαρρώ, η μέγιστη προσφορά του στην ανατομία και την πολιτισμική αναζωογόνηση της ταλαίπωρης [αλλά πανέμορφης] τούτης χώρας. Ο λόγος του σκληρός και τρυφερός ταυτόχρονα, ευγενικός και τολμηρός, μαχητικός και ευπρεπής, θαρραλέος και ήπιος, απλός και λιτός, όπως απλός και λιτόφρων ήταν ο ίδιος. Αξιος απόγονος του Ελληνα Συρακούσιου Επίχαρμου, ο οποίος δεν κουραζόταν να μας λέει: Νάφε και μέμνασο απιστείν, να είσαι δηλαδή νηφάλιος και μην παύεις να αμφισβητείς [την κάθε εξουσία, αυθαιρετολογώντας, πώς].

Παρότι εγκατέλειψε τον γενέθλιο τόπο του (Λάβδανη Ηπείρου) από βρέφος, δεν έπαψε να τον κουβαλά μαζί του σε όλη του τη ζωή: τη χαρμολύπη του κλαρίνου και τον πωγωνίσιο, βραδύ κι επιβλητικό χορό· εκεί η μεταρσίωσή του, ίσως και η καθημερινή του ανάσταση.

Ενα βαθύ, ελληνικό ευχαριστώ, που υπήρξε.

Γιατί τον επιλέξαμε

Διότι πριν «φύγει», άφησε πίσω του ανεπανάληπτο έργο και θα τον ευχαριστούμε πάντα γι’ αυτό.