«Η Μπριζίτ Μπαρντό, φεμινίστρια; Μεταθανάτιο mansplaining και πνευματική σύγχυση». Ηδη από τον τίτλο του, το obituary της Barbara Krief στο γαλλικό «Nouvel Observateur» αποκαλύπτει τις διαθέσεις του. Αμέσως μετά τις ξεκαθαρίζει μάλιστα: «Γιατί να θέλουμε πάση θυσία να αποδώσουμε στην ηθοποιό, που πέθανε στις 28 Δεκεμβρίου, μια ιδιότητα την οποία η ίδια δεν διεκδικούσε;», αναρωτιέται η γνωστή αρθρογράφος και φεμινίστρια, απαντώντας έτσι στις πρόσφατες, αντίστροφες διαβεβαιώσεις («υπήρξε η μεγαλύτερη φεμινίστρια του πλανήτη») των βιογράφων της ΜπεΜπε Yves Bigot και Alain Wodrascka και του σχολιαστή Eric Naulleau. «Βρισκόμαστε», τους κατακεραυνώνει παρακάτω η Krief, «μπροστά σε μια περίπτωση mansplaining [σ.σ. ο όρος περιγράφει το φαινόμενο ένας άντρας να εξηγεί κάτι σε μια γυναίκα, σίγουρος ότι η συνομιλήτριά του δεν γνωρίζει το θέμα – ακόμη κι αν εκείνη είναι εξίσου ή και περισσότερο ενήμερη] με θύμα μια νεκρή: τρεις άνδρες “εξηγούν” σε μια γυναίκα, η οποία δεν ζει πια για να τους αντικρούσει, τι υπήρξε. Αλλά η Μπαρντό, ακόμα και στην πιο πρόσφατη συνέντευξή της τον Μάιο, είχε πει “ο φεμινισμός δεν είναι το φόρτε μου” […]».
Το ίδιο δήλωνε ρητά και επανειλημμένα. Η Μπαρντό δεν αγωνίστηκε συλλογικά για τη χειραφέτηση όλων των γυναικών· «ωστόσο, φροντίζοντας για τα δικά της συμφέροντα, κατέληξε να ενσαρκώνει ένα πρότυπο ελεύθερης γυναίκας», επισημαίνει η Krief στο «Nouvel Observateur». Πράγματι η ελεύθερη αυτοδιάθεση που υπερασπίστηκε, κατ’ αρχάς μέσω της κινηματογραφικής εικόνας της, ήταν προσωπική και μόνον. Αφορούσε την ατομική επιδίωξη μιας νέας, καλλονής, λευκής και οικονομικά προνομιούχου -ήδη από την οικογένειά της- γυναίκας, στο σώμα και στη μορφή της οποίας η Γαλλία των δεκαετιών του ’50 και του ’60 επέλεξε να προβάλλει τις φαντασιώσεις μιας κοινωνίας που ήθελε να εξελιχθεί, αποτινάσσοντας τον μεταπολεμικό συντηρητισμό της.
Η τέχνη υπήρξε το όχημα αυτής της επιδίωξης και για την κοινωνία και για την ΜπεΜπε, σε πορεία όμως παράλληλη. Εκείνη σε ταινίες όπως «Και ο Θεός… έπλασε τη γυναίκα», ενσάρκωσε ένα κορίτσι που δεν φοβόταν τη σεξουαλικότητά του, δεν μασούσε με τα ηθικά πρότυπα, δεν τιμωρούνταν για την ηθική «ανυπακοή» του, δεν ετεροπροσδιοριζόταν από το ανδρικό βλέμμα παρά μόνον τόσο όσο ο ρόλος της το επέτρεπε. Οταν η ίδια αντιμετωπίστηκε ως sex symbol και ταυτόχρονα πρότυπο γυναικείας χειραφέτησης, η νέα γυναίκα που εισηγήθηκε κατέληξε να θεωρείται ένας κοινωνικά ριζοσπαστικός τύπος – και προφανώς ήταν, όχι όμως επειδή το είχε επιδιώξει η ίδια, αλλά επειδή το είχε ενσαρκώσει στη μεγάλη οθόνη.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, σε ηλικία μόλις 39 ετών, αποσύρθηκε από τον κινηματογράφο, ίσως από τάση φυγής από τη δημόσια έκθεση κι έναν μύθο που δεν της αναλογούσε. Εκτοτε ο δημόσιος ρόλος της δεν είναι αυτός που θα στοιχημάτιζε όποιος είχε ταυτίσει τη γυναίκα με το κινηματογραφικό πρότυπο. Δεν παθιάζεται για τα δικαιώματα των γυναικών (αντίθετα, κάποια στιγμή καταλήγει να πει πως «οι γυναίκες γίνονται όλο και πιο δυστυχισμένες όσο περισσότερο προσπαθούν να απελευθερωθούν»), αλλά για τα δικαιώματα των ζώων. Σταδιακά το «ηθικό» πρόσημο του αγώνα της διαψεύδει δεύτερη φορά όποιον την παρακολουθεί. Καταγράφεται δηλαδή ένα δεύτερο «παράδοξο» -ή και παρεξήγηση- που την αφορά: η Μπαρντό που αγωνίζεται με μεγάλη -κάποτε υπερβολική- ευαισθησία για τα ζώα, επιδεικνύει βαθιά μισανθρωπία και εχθρότητα προς κοινωνικές ομάδες όπως οι μετανάστες και οι μουσουλμάνοι. Κάνει δηλώσεις όπως «είμαι αντίθετη με την ισλαμοποίηση της Γαλλίας! Οι πρόγονοί μας, οι παππούδες μας, έχουν για αιώνες δώσει τη ζωή τους για να διώξουν διαδοχικούς εισβολείς». Και κάπου εκεί συναντιέται με την αντιδραστική ρητορική του Εθνικού Μετώπου και της Μαρίν Λεπέν και συντάσσεται πλήρως: «Μου αρέσει πολύ η Marine. Δεν θα το κρύψω. Είναι η μόνη γυναίκα που έχει αρ…» είναι μία μόνο από τις περιβόητες σχετικές τοποθετήσεις της.
Μεγάλο μέρος της γαλλικής κοινωνίας και του διεθνούς κοινού, που την είχε λατρέψει από τις σέξι αλλά και αγέρωχες ερμηνείες στο σινεμά και στο τραγούδι, σοκάρεται με τη «μεταστροφή». Υπήρξε όμως τέτοια αφού στην περίπτωσή της δεν ανιχνεύτηκε ποτέ ταξική συνείδηση ή κοινωνική ευαισθησία – άλλη πλην αυτής που αφορούσε την κοινωνία των τετράποδων; Η Μπριζίτ Μπαρντό συνέχισε πάντως ακάθεκτη κι απολύτως συνεπής σ’ αυτό: καταδικάζεται επανειλημμένα για υποκίνηση φυλετικού/θρησκευτικού μίσους και ρατσιστικές δηλώσεις, χωρίς ποτέ να ανασκευάσει. Υπερασπίζεται δημοσίως καταδικασμένους για σεξουαλικά εγκλήματα –όπως τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ- παρουσιάζοντας μετά τον εαυτό της ως διωκόμενο από την «πολιτική ορθότητα».
«Η “ελεύθερη γυναίκα” των 60s δεν μετατράπηκε σε ακροδεξιά παρά την ελευθερία της, αλλά μέσα από αυτήν: μια ελευθερία αποκομμένη από την έννοια της ισότητας, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής ευθύνης», διαβάζουμε αλλού. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρξε συνεπής με την κινηματογραφική αντανάκλασή της, αλλά με τον εαυτό της αφού δεν διεκδίκησε ποτέ έναν κόσμο πιο δίκαιο για όλους-ες, αλλά έναν κόσμο όπου η δική της ελευθερία και οι δικές της αξίες, όποιες κι αν ήταν αυτές, θα παρέμεναν αδιαπραγμάτευτες. Κι από αυτήν την άποψη εκείνη που υπήρξε πολιτιστικό φαινόμενο στη Γαλλία του ’50 και ’60, στην πραγματικότητα ήταν ένα κοινωνικό πείραμα που απέδειξε ότι η προσωπική χειραφέτηση, χωρίς πολιτική ή κοινωνική συνείδηση, δεν σε προφυλάσσει από τη μαύρη αντίδραση.
Γιατί την επιλέξαμε:
Μετά τον θάνατό της στις 28 Δεκεμβρίου γράφτηκαν πολλά κι αντιφατικά πράγματα από αρκετούς που προσπάθησαν να εξηγήσουν τη «μεταστροφή» της.
