Με «όπλο» τα στοιχεία που θα δημοσιοποιήσει η Γιούροστατ την Πέμπτη θα πορευτεί η κυβέρνηση στις επικείμενες συζητήσεις με τους δανειστές που ξεκινούν πάλι σήμερα.
Ο πρωθυπουργός άλλωστε στην επικοινωνία που είχε με την Ανγκελα Μέρκελ χθες το απόγευμα μετέφερε τη θέση της Αθήνας ότι «τα ενθαρρυντικά αυτά στοιχεία δεν είναι δυνατόν να μη ληφθούν υπόψη στη διαπραγμάτευση, τους στόχους και τα μέτρα για την επίτευξή τους», χαρακτηρίζοντας ουσιαστικά ανώφελη κάθε συζήτηση τώρα για λήψη πρόσθετων μέτρων πέραν του 2018.
Η Γερμανίδα καγκελάριος φέρεται να ήταν φειδωλή στις απαντήσεις της και να διαβεβαίωσε τον Ελληνα πρωθυπουργό ότι θα συνομιλήσει με τον υπουργό Οικονομικών της, ανανεώνοντας το τηλεφωνικό ραντεβού με τον Αλέξη Τσίπρα για τις επόμενες ημέρες.
Ωστόσο «χαμένη στη μετάφραση» έμοιαζε χθες η κυβέρνηση για μερικές ώρες. Η αποστροφή του Γιάννη Δραγασάκη το βράδυ της Δευτέρας ότι η σημερινή κυβέρνηση εξελέγη «στη βάση της συμφωνίας του Ιουλίου» και «οτιδήποτε άλλο μας δημιουργεί πολιτικό πρόβλημα» προκάλεσε ουκ ολίγες «αρρυθμίες» με δηλώσεις και διευκρινίσεις από κυβερνητικά στελέχη και βουλευτές.
Αρχικά ο ίδιος ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης επιχείρησε να αποσαφηνίσει «Στο Κόκκινο» το νόημα των όσων δήλωσε μερικές ώρες νωρίτερα. Επισήμανε ότι «οι προϋποθέσεις για να κλείσει η αξιολόγηση έχουν δημιουργηθεί» και υπογράμμισε ότι η πιθανή λήψη πρόσθετων μέτρων σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2018 «προβλέπεται ήδη και από το Μνημόνιο».
Επί του πιθανού «πολιτικού προβλήματος» στο οποίο αναφέρθηκε ο Γιάννης Δραγασάκης εξήγησε ότι, παρά τις θετικές αποτιμήσεις της Ευρώπης και της Αθήνας για τα μεγέθη της ύφεσης και του πλεονάσματος, το ΔΝΤ επιμένει να υπολογίζει το έλλειμμα σε 0,6%, ενώ η Γερμανία επιθυμεί «να κλείσει η αξιολόγηση, αλλά να παραμείνει το ΔΝΤ χωρίς όμως μείωση του χρέους».
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης συμπέρανε ότι υπάρχει μια «διπλή διαφωνία» ανάμεσα στους δανειοδοτικούς θεσμούς, η οποία «δεν μπορεί να μετατραπεί σε δικό μας πολιτικό πρόβλημα».
Σε τι συνίσταται όμως ακριβώς αυτό το «πολιτικό πρόβλημα»; Η κυβερνητική εκπρόσωπος θέλησε να ελιχθεί. Ερωτηθείσα εάν η λήψη επιπλέον μέτρων θα αποτελέσει πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση η Ολγα Γεροβασίλη σημείωσε ότι αυτό «δεν είναι το σημαντικό» και πως «δεν αποτελεί πρόβλημα» για την κυβέρνηση. «Αποτελεί οικονομικό πρόβλημα για τη χώρα» συμπλήρωσε χαρακτηριστικά.
Σημείωσε δε νωρίτερα ότι «η εκ των προτέρων ανακοίνωση μέτρων, που αφορούν μελλοντική φάση, που δεν προβλέπεται να ληφθούν στο σύνολό τους, που το ενδεχόμενο εφαρμογής τους αφορά ειδική περίπτωση και που με βάση τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας δεν χρειάζονται, θα λειτουργήσει ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, προεξοφλώντας την αδυναμία υλοποίησης των στόχων».
Προληπτικά μέτρα
Λίγο νωρίτερα ο βουλευτής Τρικάλων του ΣΥΡΙΖΑ, Σάκης Παπαδόπουλος, είχε αναφερθεί (Star) στην αποστροφή του Γιάννη Δραγασάκη περί «πολιτικού προβλήματος» και είχε πει «ώς εδώ και μη παρέκει», καθώς «οι εκβιασμοί των δανειστών έχουν φτάσει στα όρια»».
Ανέφερε δε ότι σε περίπτωση που οι δανειστές εμφανιστούν ανυποχώρητοι ζητώντας πρόσθετα προληπτικά μέτρα, τότε «οι λύσεις που έχουμε είναι να καταφύγουμε στους πολίτες ή με εκλογές ή με δημοψήφισμα». Η Ολγα Γεροβασίλη απέρριψε κάθε τέτοια ιδέα λέγοντας ότι «δεν υπάρχει σχεδιασμός της κυβέρνησης ούτε για εκλογές ούτε για δημοψήφισμα».
Και πώς θα λυθεί αυτός ο «γόρδιος δεσμός» στην περίπτωση που η ολοκλήρωση της αξιολόγησης «κολλήσει» λόγω του ότι ορισμένοι δανειστές συνεχίσουν να πιέζουν για να προεξοφληθούν νέα μέτρα περίπου 3 δισ. μετά το 2018;
Η κυβέρνηση διά της Ολγας Γεροβασίλη παρουσίασε το επιθυμητό για το Μαξίμου χρονοδιάγραμμα των συζητήσεων: «Ολοκλήρωση της αξιολόγησης, στη συνέχεια να ανοίξει η συζήτηση για το χρέος, όπου σε αυτή τη συζήτηση θα μπορούσαμε να δούμε τότε εάν υπάρχουν αποκλίσεις».
Ανεπισήμως πάντως κυβερνητικά στελέχη δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να επιλεγεί η τακτική μιας πολιτικής δήλωσης στο κείμενο με το οποίο θα κλείσει επισήμως η αξιολόγηση στο πλαίσιο του Γιούρογκρουπ.
Αυτή η φράση πιθανόν να περιληφθεί μόνο στην περίπτωση που οι δανειστές επιμείνουν μέχρι τέλους, ενώ θα λειτουργεί απλώς ως «επικαιροποίηση» των όσων ήδη προβλέπονται στο τρίτο Μνημόνιο.
