Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εκ του σύνεγγυς παρακολουθεί το Μαξίμου τις εξελίξεις στα δύο ανοιχτά «μέτωπα», την προσφυγική κρίση και τις διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους των δανειστών, ώστε ανά πάσα στιγμή να παρεμβαίνει πολιτικά και να «ξεμπλοκάρει» τις συζητήσεις που διεξάγουν τα αρμόδια κυβερνητικά κλιμάκια.

Ο Αλέξης Τσίπρας, κατά τη χθεσινή σύσκεψη με κυβερνητικά στελέχη και συνεργάτες του στη Βουλή, ζήτησε να λαμβάνει σε καθημερινή βάση ενημέρωση για την εξέλιξη των διαβουλεύσεων, ενώ το Μαξίμου μεταδίδει την αίσθηση συγκρατημένης αισιοδοξίας, χωρίς όμως να επιθυμεί να προκαταλάβει τις μέλλουσες καταστάσεις.

Η αξιολόγηση

Στο πεδίο των διαπραγματεύσεων με τους εκπροσώπους των θεσμών, η κυβερνητική πλευρά δείχνει να γνωρίζει ότι οι συζητήσεις θα είναι σκληρές, ωστόσο αποτιμά ως ιδιαίτερα θετικό το γεγονός ότι οι κορυφαίοι Ευρωπαίοι οικονομικοί παράγοντες, ο Γερούν Ντάισελμπλουμ, ο Πιερ Μοσκοβισί και ο Κλάους Ρέγκλινγκ, έθεσαν ως χρονικό όριο για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης το τέλος Απριλίου.

Αυτή η επισήμανσή τους, λένε κυβερνητικά στελέχη, δημιουργεί ένα σαφές πλαίσιο για τις συζητήσεις και θέτει τέρμα σε κάθε συζήτηση περί πιθανού «εκτροχιασμού» της οικονομίας, ιδιαίτερα αφού άνοιξε ο δρόμος για την επιστροφή των δανειστών στην ελληνική πρωτεύουσα.

Η κυβέρνηση ωστόσο καλείται να κινηθεί εν μέσω αντικρουόμενων επιδιώξεων των δανειοδοτικών θεσμών.

Από τη μια πλευρά οι ευρωπαϊκοί θεσμοί μοιάζουν να κινούνται στο πλαίσιο μιας κατ’ ουσίαν «πολιτικής απόφασης» να κλείσει η αξιολόγηση, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον τους στο πώς θα διευθετηθούν τα ζητήματα των «κόκκινων» δανείων και του νέου ταμείου αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.

Από την άλλη πλευρά, το ΔΝΤ φαίνεται να μεταθέτει τις συγκρούσεις για αργότερα και συγκεκριμένα στη συζήτηση για το χρέος. Αυτό το «κενό» που παρατηρείται ανάμεσα στους θεσμούς επιθυμεί να αξιοποιήσει η κυβέρνηση, ώστε να προκύψει μια ικανοποιητική λύση για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση.

Η διαχείριση της προσφυγικής ροής αποτελεί το έτερο κορυφαίας σημασίας ζήτημα, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται η Ελλάδα. Στην κυβέρνηση επικρατεί μεν ικανοποίηση για την τροχιά στην οποία κινούνται οι συζητήσεις με την Τουρκία, ξεκαθαρίζεται ωστόσο ότι η όλη διαδικασία έχει σημαντικά εμπόδια, που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής.

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου καλείται μέχρι τις 17 Μαρτίου να διευθετήσει τις λεπτομέρειες της συμφωνίας με την Τουρκία, ωστόσο ως προς αυτές εμφανίζονται ουκ ολίγες αντιδράσεις από τις χώρες που είναι πρόθυμες να συμμετάσχουν στον επιμερισμό των ευθυνών.

Επί παραδείγματι, η Γαλλία θέτει ισχυρές ενστάσεις για τα κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας που αφορούν τη βίζα και την κινητικότητα κεφαλαίων. Αντίστοιχα η Κύπρος έχει υψώσει, όπως είναι φυσικό, τους τόνους ενάντια στην πιθανότητα να ανοίξουν τα κεφάλαια που άπτονται του Κυπριακού.

Η ελληνική κυβέρνηση διαμηνύει ότι «παραμένει σταθερή στις πάγιες θέσεις της για τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό» παρέχοντας υποστήριξη στην Κύπρο.

Ακόμα, όμως, και αν λυθούν τα όποια ανοιχτά ζητήματα ανάμεσα στην Ε.Ε. και την Τουρκία, οι χώρες του Βίζεγκραντ «παραμονεύουν» και απειλούν να μη δώσουν τη συγκατάθεσή τους σε οποιοδήποτε σχέδιο θα τους επιβάλει να δεχτούν πρόσφυγες στα εδάφη τους.

Είναι ένα πρόβλημα υπαρκτό και πρέπει να αντιμετωπιστεί από το σύνολο της Ευρώπης και ιδιαίτερα από τις ηγεσίες χωρών που έχουν στενότερες σχέσεις με χώρες όπως η Ουγγαρία και η Τσεχία, λένε κυβερνητικά στελέχη.

Τα ελληνοτουρκικά

Το πρωθυπουργικό επιτελείο θεωρεί ότι οι συζητήσεις μεταξύ της ελληνικής και τους τουρκικής κυβέρνησης στη Σμύρνη διεξήχθησαν σε θετικό κλίμα και με «θετική ατζέντα».

«Ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο πρώτος πρωθυπουργός που μίλησε ανοιχτά για τις τουρκικές παραβιάσεις και το ζήτημα του “casus belli”» λένε στελέχη του Μαξίμου, επισημαίνοντας ότι η «επικαιροποίηση της συμφωνίας επανεισδοχής ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία αποτελεί σημαντικό χτύπημα στα κυκλώματα παράνομης διακίνησης».

«Η συμφωνία αυτή, που δεν επιτεύχθηκε μέχρι τώρα ανάμεσα στην Ε.Ε. και την Τουρκία, επιτυγχάνεται ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, ως αποτέλεσμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής», συμπληρώνουν χαρακτηριστικά.

Κατέληγαν δε στο συμπέρασμα ότι «η τολμηρή και εξωστρεφής εξωτερική πολιτική φέρνει απτά αποτελέσματα».