Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε μερική αναπροσαρμογή της τακτικής της ενώπιον των εταίρων της φαίνεται να προχωρά η Αθήνα, επικεντρώνοντας τη σφοδρή κριτική της προς τις ηγεσίες των χωρών-μελών που αρνούνται και την παραμικρή συνδρομή για τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης.

Στο Μαξίμου θα βρεθεί σήμερα ο Ντόναλντ Τουσκ, ώστε να ακούσει τις ελληνικές θέσεις για το προσφυγικό, ενώ κατόπιν ο Αλέξης Τσίπρας και οι υπουργοί της κυβέρνησης θα ενημερωθούν και θα διαβουλευτούν σχετικά με την αναγκαία θέση της χώρας εν όψει της συνόδου Ε.Ε.-Τουρκίας τη Δευτέρα.

Μέχρι τις 7 Μαρτίου, βέβαια, ο πρωθυπουργός έχει ακόμα έναν σημαντικό «σταθμό», το αυριανό συμβούλιο πολιτικών αρχηγών, όπου ο πρωθυπουργός θα επιχειρήσει να συσπειρώσει γύρω από τις θέσεις του τους υπόλοιπους προέδρους των κομμάτων.

Ωστόσο οι επικεφαλής των κομμάτων της αντιπολίτευσης έχουν προαναγγείλει ότι δεν θα δώσουν το «πράσινο φως» για την άσκηση «βέτο» από την Αθήνα στις επόμενες συνόδους, με την κυβέρνηση να θεωρεί ότι τελικά ίσως να μη χρειαστεί να φτάσουν οι συζητήσεις στις Βρυξέλλες σε τέτοιο αδιέξοδο.

Το πώς θα αποφευχθεί το αδιέξοδο απομένει να οριστικοποιηθεί τις επόμενες κρίσιμες ημέρες, όμως στο παρασκήνιο οι συζητήσεις σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο έχουν πάρει φωτιά.

Το υπουργείο Εξωτερικών έχει αναλάβει να κρατά ανοιχτό τον δίαυλο με το Βερολίνο, ενώ επιχειρεί να οικοδομήσει μια ευρεία συμμαχία, κυρίως με χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Σε αυτό το πλαίσιο εντάχθηκε και η συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera.

«Η Ελλάδα είναι το έδαφος όπου η Ευρώπη θα επιβεβαιώσει τις ιδρυτικές της αρχές και αξίες ή θα τις προδώσει», επισήμανε ο πρωθυπουργός στη συνέντευξη που είχε τίτλο «Αθήνα και Ρώμη μαζί για τους πρόσφυγες».

«Δεν μπορεί να υπάρξει ενωμένη Ευρώπη χωρίς απόλυτο σεβασμό στους κοινούς αγώνες και αξίες, αλλά και στις κοινές ευθύνες και στις κοινές δεσμεύσεις», προσέθεσε και υπογράμμισε ότι πρέπει «να προχωρήσουμε σε μια δεσμευτική για όλους και από όλους απόφαση για τον υποχρεωτικό επιμερισμό της ευθύνης των ροών σε όλα τα κράτη της Ε.Ε., ανάλογα με τις δυνατότητες του καθενός».

Ο Αλέξης Τσίπρας έκανε σαφές ότι θα στρέψει τα βέλη του κατά των χωρών που αρνούνται να συνδράμουν στον διαμοιρασμό των ευθυνών, λέγοντας ότι «είναι αδιανόητο χώρες που δεν έχουν δεχθεί να πάρουν ούτε έναν πρόσφυγα να κουνούν το δάχτυλο σε εμάς». Σημείωσε μάλιστα χαρακτηριστικά ότι δεν προτίθεται στο οικονομικό πεδίο να προτάξει «τις κρίσεις, χρησιμοποιώντας ως μοχλό πίεσης τη μεταναστευτική κρίση για την επίτευξη ευελιξίας, δεν είναι ο στόχος μου».

Η αξιολόγηση

Οσο και αν το Μαξίμου επιθυμεί, λοιπόν, να μη συγχέει τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης με τις διαπραγματεύσεις για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, αντικειμενικά οι οικονομικές ανάγκες που δημιουργούνται φαίνεται να απασχολούν εξίσου την Αθήνα και τις ισχυρές οικονομίες της ευρωζώνης, όπως τη Γερμανία.

Για το Βερολίνο οι δύο κρίσεις, η μεταναστευτική και η οικονομική, αποτελούν «συγκοινωνούντα δοχεία», γι’ αυτό και θεωρούνται κομβικές για την πορεία των διαβουλεύσεων, τα ραντεβού των εκπροσώπων των θεσμών στις Βρυξέλλες.

Στο μεταξύ η Αθήνα απέρριψε τις αιτιάσεις μέσων ενημέρωσης περί αποκλεισμού των ελληνικών αρχών από την έκτακτη χρηματοδότηση.

Κυβερνητικές πηγές ανέφεραν ότι «η αφρόκρεμα της ελληνικής “ενημέρωσης”, αυτοί που προσπάθησαν να δημιουργήσουν εκ του μη όντος ζήτημα εξόδου της χώρας από τη ζώνη Σένγκεν, αυτοί που κινδύνευσαν με αποκλεισμό από τις ενημερώσεις του ΔΝΤ για παραποίηση δηλώσεων της διευθύντριάς του, αυτοί, σήμερα, παραποιούν και αποκρύπτουν το περιεχόμενο επίσημων εγγράφων της Κομισιόν, μιλώντας για δήθεν παράκαμψη (μόνο!) των ελληνικών αρχών στην παροχή έκτακτης χρηματοδότησης, και αμαυρώνουν συνειδητά την εικόνα της χώρας μας προκειμένου να ικανοποιήσουν το πολιτικό τους μένος κατά της κυβέρνησης».

Πηγές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπενθύμιζαν επ’ αυτού ότι, σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, «επιτρέπεται στην Επιτροπή να συνάπτει δημόσιες συμβάσεις προμηθειών με τους προμηθευτές και τους παρόχους υπηρεσιών και να κάνει επιχορηγήσεις σε μη κυβερνητικές οργανώσεις και σε εξειδικευμένες υπηρεσίες των κρατών-μελών και να αναθέτει καθήκοντα εκτέλεσης του προϋπολογισμού σε διεθνείς οργανισμούς».