ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αντώνης Τελόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά την πτώση των εκλογικών ποσοστών της στις ευρωεκλογές η κυβέρνηση άρχισε να αντιμετωπίζει στην πράξη -και όχι μόνο σε επίπεδο πολιτικών ενδείξεων- μια βαθιά κοινωνική δυσαρέσκεια. Το 2025 δεν κύλησε ως μια χρονιά απλής φθοράς, αλλά ως μια περίοδος κατά την οποία τα γεγονότα συσσώρευαν πίεση περιορίζοντας σταδιακά τον χώρο πολιτικών και επικοινωνιακών ελιγμών.

Η αρχή έγινε τον Φεβρουάριο με τα συλλαλητήρια για τα Τέμπη. Πανελλαδικά εκατομμύρια πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους με το σύνθημα «δεν έχω οξυγόνο» μετατρέποντας την τραγωδία σε ένα παρόν και ανοιχτό πολιτικό αίτημα. Δεν επρόκειτο για ακόμη μία επέτειο μνήμης, αλλά για μια μαζική υπενθύμιση ότι η κοινωνία δεν θεωρούσε την υπόθεση λήξασα. Το πολιτικό βάρος αυτής της κινητοποίησης κατέστησε σαφές ότι η επίκληση του χρόνου ή της Δικαιοσύνης δεν αρκούσε πλέον για να απορροφήσει την πίεση.

Δυσπιστία

Μέσα σε αυτό το κλίμα ο πρωθυπουργός αναγκάστηκε να δώσει συνέντευξη στον Αντώνη Σρόιτερ. Η προσωπική παρέμβαση στόχευε στην εκτόνωση, όμως τελικά λειτούργησε ως επιταχυντής της συζήτησης. Οι απαντήσεις, προσεκτικές αλλά εμφανώς αμυντικές, δεν έκλεισαν τον κύκλο των ερωτημάτων. Αντιθέτως, μετέφεραν το βάρος από το παρελθόν στο παρόν και στον τρόπο διαχείρισης της υπόθεσης. Η εικόνα μιας κυβέρνησης που αντιδρούσε εκ των υστέρων ενίσχυσε την αίσθηση δυσπιστίας.

Ακολούθησε η διαβίβαση δικογραφιών που αφορούσαν τον Χρήστο Τριαντόπουλο και τον Κώστα Καραμανλή. Η κυβερνητική πλευρά επικαλέστηκε το επιχείρημα του «φυσικού δικαστή», υποστηρίζοντας ότι οι υποθέσεις πρέπει να ακολουθήσουν τη δικαστική οδό χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις.

Ωστόσο η επιλογή να μην ενεργοποιηθεί πλήρως ο ρόλος της Βουλής δημιούργησε αντιδράσεις. Για πολλούς η απουσία κοινοβουλευτικού ελέγχου σε μια τόσο φορτισμένη υπόθεση άφησε ένα θεσμικό κενό, στο οποίο βρήκε έδαφος να αναπτυχθεί η συζήτηση περί συγκάλυψης – μια συζήτηση που, παρά τις διαψεύσεις, δεν έπαψε να επανέρχεται.

Η υπόθεση των Τεμπών απέκτησε στη συνέχεια μια βαθιά ανθρώπινη διάσταση με την απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι, ο οποίος ζητούσε την εκταφή του παιδιού του. Η εικόνα ενός πατέρα που έφτανε στα άκρα για να διεκδικήσει απαντήσεις προκάλεσε έντονη κοινωνική αντίδραση. Υπό το βάρος της πάνδημης κατακραυγής η Δικαιοσύνη αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί απέναντι στο αίτημα της εκταφής, επιβεβαιώνοντας ότι το ζήτημα είχε ξεφύγει από τα στενά όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Το σκάνδαλο

Σε εκείνο το σημείο η κυβέρνηση επέλεξε να προχωρήσει σε μια επικοινωνιακή ρελάνς. Αντί να επιδιώξει εκτόνωση, εισήγαγε το νομοσχέδιο για τον Αγνωστο Στρατιώτη, μια πρωτοβουλία υψηλού συμβολισμού που όμως, λόγω συγκυρίας, λειτούργησε διχαστικά.

Το θέμα είχε ήδη καταστεί τοπόσημο τόσο της αντίδρασης του Πάνου Ρούτσι όσο και του ευρύτερου κινήματος των Τεμπών. Αντί να αλλάξει την ατζέντα, άνοιξε ένα νέο μέτωπο, ενώ η δημόσια διαφοροποίηση του Νίκου Δένδια κατέδειξε ότι η ένταση δεν περιοριζόταν στην αντιπολίτευση, αλλά άγγιζε και το εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης.

Την ίδια περίοδο η παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μετέφερε την πίεση στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, με τις αποκαλύψεις για τη διαχείριση αγροτικών επιδοτήσεων και τις υπόνοιες κατάχρησης ευρωπαϊκών πόρων, αφαίρεσε από την κυβέρνηση τον έλεγχο του αφηγήματος. Η εξεταστική επιτροπή της Βουλής, που συνεχίζει ακόμη τις εργασίες της, ενίσχυσε την αίσθηση θεσμικής εκκρεμότητας, ενώ κατέστη σαφές ότι η τελική κρίση δεν θα δοθεί αποκλειστικά εντός συνόρων.

Σε αυτό το σημείο η συσσώρευση των γεγονότων άρχισε να αποκτά χαρακτήρα πολιτικού αποτυπώματος. Οχι ως μεμονωμένες κρίσεις, αλλά ως ένα συνεχές που δυσκόλευε την κυβέρνηση να επαναφέρει το αφήγημα της κανονικότητας. Η κοινωνική δυσφορία δεν εκφραζόταν πια μόνο με όρους διαμαρτυρίας, αλλά και με μια γενικευμένη αμφιβολία για το αν οι θεσμοί λειτουργούν με τον τρόπο που υποσχέθηκαν. Η φθορά δεν ήταν θορυβώδης, αλλά επίμονη και γι’ αυτό πιο ανθεκτική.

Θεσμική ρήξη

Σε πολιτικό επίπεδο το σκάνδαλο αυτό έπληξε αισθητά το προφίλ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο συγχρωτισμός -έστω και στο επίπεδο της δημόσιας εικόνας- με πρόσωπα όπως ο «Φραπές» και ο «Χασάπης» αποδυνάμωσε το κεντρικό του αφήγημα. Του στέρησε τη δυνατότητα να υποστηρίξει πειστικά ότι ήρθε στην εξουσία για να κλείσει οριστικά τον κύκλο του παλαιοκομματισμού και των παθογενειών, που σε άλλη εποχή θα λέγαμε ότι θα έπρεπε να σταλούν στο «χρονοντούλαπο της Ιστορίας».

Χρονογραφικά το 2025 δεν καταγράφεται ως η χρονιά μιας πολιτικής ανατροπής. Καταγράφεται ως η χρονιά κατά την οποία δοκιμάστηκε σε βάθος η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κυβέρνηση και την κοινωνία. Από τα Τέμπη και τη συζήτηση περί συγκάλυψης μέχρι την ευρωπαϊκή εποπτεία και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ το κοινό νήμα ήταν η φθορά ενός αφηγήματος που υποσχόταν κανονικότητα και θεσμική ρήξη με το παρελθόν. Και αυτή η φθορά αποδείχτηκε πιο ανθεκτική από όσο αρχικά εκτιμήθηκε.