Μήνυμα στους Ευρωπαίους ομολόγους του ότι «δεν μπορούμε να επιτρέψουμε το ρωσικό φυσικό αέριο να εισέρχεται στην Ευρώπη από την πίσω πόρτα, μέσω της Τουρκίας» και πως πρέπει να εφαρμοστεί η απαγόρευση του ρωσικού φυσικού αερίου έστειλε ο πρωθυπουργός κατά την 6η Υπουργική Συνάντηση της Διατλαντικής Συνεργασίας για την Ενέργεια (P-TEC), στο Ζάππειο Μέγαρο, επισημαίνοντας ότι αυτή η απαγόρευση «αποτελεί ουσιαστικά μια σημαντική ευκαιρία για τον επανασχεδιασμό ολόκληρου του ενεργειακού χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης».
Στον απόηχο της υπογραφής ακόμα μιας μεγάλης συμφωνίας στα ενεργειακά, αυτής για συμμετοχή της αμερικανικής ExxonMobil σε έρευνες για υδρογονάνθρακες στο βορειοδυτικό Ιόνιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε πως η σύνοδος P-TEC «αποτελεί μια σπουδαία ευκαιρία για την περαιτέρω ενίσχυση της διατλαντικής συμμαχίας στον τομέα της ενέργειας» και ότι «η Ελλάδα είναι το φυσικό σημείο εισόδου για το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο, το οποίο θα αντικαταστήσει το ρωσικό φυσικό αέριο στην περιοχή».
Σημείωσε ακόμα ότι «τώρα, περισσότερο παρά ποτέ, η ενέργεια είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γεωπολιτική και τη γεωοικονομία» και πως αυτή η σύναξη «συμβολίζει τους ανθεκτικούς στον χρόνο δεσμούς μεταξύ της Ελλάδας και των Ηνωμένων Πολιτειών». Σε απολογητικό ύφος είπε μάλιστα προς τον υπουργό Εσωτερικών των ΗΠΑ, Νταγκ Μπέργκαμ, πως στην αρχή της πρώτης θητείας του ως πρωθυπουργού, το 2019, είχε λάβει τη στρατηγική απόφαση για εγκατάλειψη του λιγνίτη για περιβαλλοντικούς λόγους, αλλά και λόγω κόστους.
Με το υψηλό κόστος ενέργειας πάντως να είναι σταθερός βραχνάς για τα νοικοκυριά, ο πρωθυπουργός αρκέστηκε σε γενικόλογα ευχολόγια του στιλ «και οι δύο, Ελλάδα και Ηνωμένες Πολιτείες, έχουμε πρωταρχική ευθύνη ως κυβερνήσεις να παρέχουμε οικονομικά προσιτή ενέργεια στους πολίτες και στις επιχειρήσεις μας. Και οι δύο θέλουμε να εξασφαλίσουμε πηγές ενέργειας και κρίσιμες πρώτες ύλες, χωρίς γεωπολιτικά προβλήματα».
Είπε ακόμα πως «οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας καλύπτουν πλέον περισσότερο από το 50% των αναγκών μας σε ηλεκτρική ενέργεια» και ότι «για πρώτη φορά το 2024 η Ελλάδα έγινε καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας», κάτι πάντως που δεν έχει αποτυπωθεί στην πράξη ως φτηνότερη ενέργεια για τους πολίτες. Σε αυτό το πλαίσιο παρατήρησε πως «χρειαζόμαστε μια ενεργειακή μετάβαση που να είναι οικονομικά αποδοτική», καθώς «το νούμερο ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι πολίτες μας είναι ο πληθωρισμός». «Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να ζητάμε από τους πολίτες μας να πληρώνουν ένα συνεχώς αυξανόμενο κόστος για την ενέργεια», υπογράμμισε, και πρόσθεσε πως πρέπει «να επικεντρωθούμε σε πόρους και τεχνολογίες που είναι ανταγωνιστικοί από πλευράς κόστους και προχωρώντας την κατάλληλη στιγμή σε τομείς που είναι πιο δύσκολο να απεξαρτηθούν από τον άνθρακα, όπως για παράδειγμα η ναυτιλία».
