Το γνωστό επιχείρημα ότι η μείωση του ΦΠΑ δεν θα περάσει απαραίτητα στην τσέπη του καταναλωτή, αλλά και το υψηλό δημοσιονομικό κόστος επικαλείται για άλλη μία φορά η κυβέρνηση, προκειμένου να δικαιολογήσει την επιλογή της να μην προχωρήσει σε υπερμειωμένους συντελεστές για τρόφιμα.
Στον απόηχο της δημοσίευσης των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, που δείχνουν οριακή υποχώρηση του Γενικού Δείκτη Τιμών για τον καταναλωτή τον Αύγουστο σε σχέση με τον Ιούλιο, αλλά συνάμα καταγράφουν αυξήσεις σε τρόφιμα όπως οι σοκολάτες, τα φρούτα, το κρέας, τα λαχανικά και ο καφές, πέραν των αυξήσεων σε ενοίκια, μεταφορές κ.ά., ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κατά τη χθεσινή ενημέρωση των πολιτικών συντακτών ξεδίπλωσε εκ νέου τη φιλοσοφία της κυβέρνησης πίσω από ένα ευρύ αίτημα προκειμένου να ανακουφιστούν παραπάνω οι πολίτες από την ακρίβεια.
Κρατήσεις
Σε ερώτηση με αφορμή τη μείωση του ΦΠΑ σε ακριτικά νησιά ο Παύλος Μαρινάκης έδωσε έμφαση στη μείωση των άμεσων φόρων λέγοντας ότι αυτές «είναι αυξήσεις μισθών» και πως η κυβέρνηση έδωσε προτεραιότητα σε αυτές γιατί ήταν «σίγουρη ότι θα φτάσουν στον πολίτη». «Δηλαδή θα μειωθούν οι κρατήσεις, άρα θα αυξηθούν οι μισθοί για τους μισθωτούς και αντίστοιχα θα μειωθεί ο φόρος που πληρώνει ο ελεύθερος επαγγελματίας», ανέφερε και σημείωσε πως αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αντίθετοι στις μειώσεις των έμμεσων φόρων.
Στον αντίποδα, είπε πως «η μείωση του έμμεσου φόρου δεν είναι βέβαιο ότι θα φτάσει στον καταναλωτή». Επιπλέον, επικαλέστηκε το «πολύ μεγάλο δημοσιονομικό κόστος», λέγοντας ότι «κάθε μονάδα ΦΠΑ είναι περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ, ενώ αν για παράδειγμα ρίξουμε τον ΦΠΑ στα τρόφιμα μόνο, από το 13% στο 6%, τότε και αυτό είναι κάτι παραπάνω από 1,1 δισεκατομμύριο ευρώ κόστος, άρα, πρακτικά, πάνω από το μισό πακέτο της ΔΕΘ». Ετσι, προκύπτει ότι βασικό κυβερνητικό επιχείρημα είναι πως δεν θα υπήρχε δημοσιονομικός χώρος για άλλα μέτρα. «Στο τέλος της ημέρας, να ξέρουμε ότι ακόμα και αν μειωνόταν ο ΦΠΑ, βρίσκαμε τα λεφτά, για παράδειγμα στα τρόφιμα, έναντι των άλλων μέτρων, δεν θα παίρναμε τα υπόλοιπα μέτρα, γιατί δεν γίνεται να τα κάνουμε όλα», είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και αναφέρθηκε σε οροφές δαπανών.
Στο ίδιο μήκος κύματος ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Θανάσης Κοντογεώργης (Πρώτο Πρόγραμμα) σχολίασε πως «στο θέμα του ΦΠΑ, δεν θέλουμε να αναλάβουμε ένα διπλό ρίσκο και υπάρχει μια ξεκάθαρη πολιτική επιλογή σε αυτό, η οποία όμως δεν εδράζεται σε κάποια εμμονή», αναφερόμενος με τη σειρά του στο δημοσιονομικό κόστος. Είπε επίσης ότι «ένα ευρώ μείωσης του ΦΠΑ σε οποιοδήποτε προϊόν θα κατέληγε τελικά στον καταναλωτή σε 20 λεπτά».
Ακόμα ένα σκέλος του κυβερνητικού επιχειρήματος για τη μη επιλογή μείωσης του ΦΠΑ είναι ότι είναι ένας φόρος ίδιος για όλους. «Δεν θα είχαμε στοχευμένη ωφέλεια για κοινωνικές ομάδες οι οποίες έχουν μεγαλύτερο πρόβλημα, γιατί ο ΦΠΑ είναι ίδιος για κάποιον ο οποίος βγάζει 10.000, γι’ αυτόν που βγάζει 30.000, για κάποιον που βγάζει 50.000 και κάποιον που βγάζει 150.000 ευρώ, ενώ ο άμεσος φόρος προσαρμόζεται, δηλαδή ο φόρος εισοδήματος, με βάση τα εισοδήματα των πολιτών. Δηλαδή κάποιος ο οποίος βγάζει 50.000 ευρώ, πληρώνει άλλη κλίμακα για τα πρώτα 10.000 ευρώ, άλλη κλίμακα για τα δεύτερα 10.000 ευρώ και πάει λέγοντας».
Επιπλέον, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναφέρθηκε εκ νέου στο παράδειγμα της Ισπανίας, που κατά την κυβέρνηση δεν λειτούργησε θετικά για τους καταναλωτές, λέγοντας ότι εκεί «έγινε ένας μηδενισμός του ΦΠΑ στα τρόφιμα, από το 4% πήγε στο 0%, οδήγησε στο τέλος της ημέρας σε επαναφορά του ΦΠΑ στην προηγούμενη τιμή του και περαιτέρω αύξηση των τιμών».
Δυσαρέσκεια
Εν μέσω δε δυσαρέσκειας σε τοπικές οργανώσεις στα νησιά του Ιονίου και σε περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας για επιλεκτική μείωση του ΦΠΑ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανέφερε πως η κυβέρνηση μπόρεσε να ανακοινώσει σε αυτές τις περιοχές «γιατί μας δίνει τη δυνατότητα μιας έκπτωσης η Ευρωπαϊκή Ενωση για τις νησιωτικές περιοχές και γιατί αυτό μπορούσε να αντέξει ο προϋπολογισμός, δηλαδή τα δημοσιονομικά περιθώρια που είχαμε, 1,7 δισ., που έπρεπε να τα μοιράσουμε με έναν όσο το δυνατόν πιο δίκαιο τρόπο».
Σε συνέχεια, τέλος, της αντιπαράθεσης κυρίως με τον ΣΥΡΙΖΑ-.Π.Σ. για το θέμα της εναρμόνισης με την κοινοτική οδηγία που δίνει τη δυνατότητα για μειωμένους συντελεστές, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έπειτα από σχετική ερώτηση της «Εφ.Συν.» είπε ότι «δεν ισχύει αυτό που λένε οι ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, ότι ενσωματώθηκε εν μέρει μια οδηγία» και σημείωσε πως «το σκέλος της οδηγίας το οποίο ήταν υποχρεωτικό να ενσωματωθεί, ενσωματώθηκε». Το τελευταίο περί ενσωμάτωσης των υποχρεωτικών διατάξεων υπενθυμίζεται πως το είχαν ήδη αναφέρει το ΥΠΕΘΟ και το «Παρατηρητήριο fake news» της Ν.Δ.
