Με τη λογική της διάχυσης των ευθυνών διαχρονικά για το χάλι στον σιδηρόδρομο με αποτέλεσμα την τραγωδία στα Τέμπη και αποκρούοντας τις κατηγορίες για συγκάλυψη προσέρχεται στην προανακριτική επιτροπή για τον Χρ. Τριαντόπουλο η κυβέρνηση, γραμμή που θα ακολουθήσει και στην αναμενόμενη συζήτηση επί της πρότασης δυσπιστίας. Ταυτόχρονα αναζητούν υπηρεσιακές «Ιφιγένειες», έχοντας παραδεχτεί πως έχουν γίνει λάθη και αστοχίες στο πεδίο.
Υπό αυτό το πρίσμα δεν πρέπει να θεωρείται τυχαία η διατύπωση της δήλωσης παραίτησης που έκανε ο γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας, Βασίλης Παπαγεωργίου. Και ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπερασπίστηκε εκ νέου τον τότε υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ λέγοντας πως «μετά και το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ κατέρρευσε πανηγυρικά το αφήγημα περί εντολής από κάποιο κυβερνητικό στέλεχος, συμπεριλαμβανομένου του κυρίου Τριαντόπουλου», άφησε ακάλυπτο τον «γαλάζιο» πρώην περιφερειάρχη Θεσσαλίας Κ. Αγοραστό.
Την ώρα που ήταν σε εξέλιξη το χθεσινό σφυροκόπημα της αντιπολίτευσης προς την κυβέρνηση στο Κοινοβούλιο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απέκρουε τις κατηγορίες για το ποιος πλήρωσε για τις εργασίες μπαζώματος, κατηγορώντας την αντιπολίτευση, και ειδικά τον ΣΥΡΙΖΑ, ότι μετατρέπουν την πραγματικότητα σε «μια ψευδή εικόνα» για «να θυμώσουν παραπάνω τον κόσμο». Ο κ. Μαρινάκης είπε πως «η χρηματοδότηση μιας σειράς εργασιών έγινε από την Περιφέρεια» και αφήνοντας ακάλυπτο τον Κ. Αγοραστό σημείωσε πως «αυτά τα αξιολογεί η Δικαιοσύνη».
Εν συνεχεία εξήγησε πως το υπουργείο Ανάπτυξης και πλέον το υπουργείο Οικονομικών δεν μπαίνει στη διαδικασία ελέγχου κάθε δαπάνης επιμέρους και ότι εάν δεν ήταν έτσι ο νόμος, «κάθε φορά που ένας δήμαρχος, ένας περιφερειάρχης, ο οποιοσδήποτε, ελεγχόταν για κάτι το οποίο είχε να κάνει με μια εργασία που δεν έγινε σωστά, διασπάθιση δημοσίου χρήματος, μια απάτη, μια απιστία, οτιδήποτε, θα έπρεπε να πηγαίνει κατηγορούμενος ο εκάστοτε υπουργός Οικονομικών ή αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών που έδωσε τα λεφτά».
Επέμεινε πως δεν υπάρχει κρατική εντολή και ότι αυτό το θέμα «λύθηκε από τον ΕΟΔΑΣΑΑΜ “με τη βούλα” και τώρα επειδή δεν τους έβγαινε το αφήγημα του ποιος έδωσε εντολή για το μπάζωμα, γιατί φαίνεται ότι δεν προκύπτει κάποια μαρτυρική κατάθεση ή κάτι, τώρα το γυρίζουνε στο ποιος πλήρωσε το μπάζωμα». «Εγώ δεν γνωρίζω τη συγκεκριμένη ενέργεια ποιος την πλήρωσε και δεν γνωρίζω και αν έγινε σωστά ή όχι. Αυτό το οποίο πλήρωσε το κράτος είναι μια σειρά από πράγματα που αιτήθηκε η Περιφέρεια», πρόσθεσε και σημείωσε πως κρίνονται αυτοί που έκαναν τις εργασίες.
Επ’ αυτού ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. σχολίασε πως «το σημερινό, ακατάσχετο υβρεολόγιο του κυβερνητικού εκπροσώπου επιβαρύνει απλά τη θέση των υπουργών της κυβέρνησης που εκπροσωπεί και βρίσκονταν εκείνο το μοιραίο βράδυ στο Συντονιστικό. Τους καταλογίζει σκοπιμότητα. Οσο δε για τη νομιμότητα της τεράστιας δαπάνης που αποφάσισαν άλλοι υπουργοί, αυτοί έχουν καρφωθεί μόνοι τους, δεδομένου ότι έναν χρόνο μετά εξέδωσαν τροποποιητική απόφαση». «Σε κάθε περίπτωση, δείχνουν ως “αυτοφωράκια” τον κύριο Αγοραστό. Να δούμε, όμως, ως πότε θα τηρεί το δικαίωμα της σιωπής που επικαλέστηκε στην εξεταστική του μπαζώματος της αλήθειας», πρόσθεσε ο Γ. Καραμέρος.
Λογική συμψηφισμού
Παράλληλα, με ένα σκεπτικό συμψηφισμού για μη ολοκληρωμένα έργα στο οδικό δίκτυο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αιτιολόγησε την παραδοχή για μη απολύτως ασφαλείς σιδηροδρόμους, όπως προέκυψε από την κυριακάτικη ανάρτηση του πρωθυπουργού, και έστρεψε τα βέλη του κατά ΜΜΕ που «δημιουργούν ζητήματα προσπαθώντας να απομονώσουν μια λέξη και μια φράση».
Με βάση λοιπόν αυτό το σκεπτικό είπε ότι όπως λειτουργεί μέχρι σήμερα η Πατρών – Πύργου με πρωτόκολλα ασφαλείας, έτσι θα συνεχίσει και ο σιδηρόδρομος μέχρι να ολοκληρωθούν όλα τα έργα, υποστηρίζοντας ότι «είναι πιο ασφαλής σήμερα ο σιδηρόδρομος από ό,τι ήταν το 2019», αλλά «και πιο ασφαλής από το 2023».
Κάπως έτσι ξεκαθάρισε πως η κυβέρνηση δεν σκοπεύει να κλείσει τον σιδηρόδρομο μέχρι να γίνουν όλα για τα οποία έχει δεσμευτεί. «Ούτε έχω κάποια ενημέρωση ότι πρέπει να κλείσει ο σιδηρόδρομος και δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια σχετική πρόταση στο τραπέζι. Σημασία έχει ό,τι δουλεύει, να δουλεύει με πρωτόκολλα ασφαλείας», σημείωσε μεταξύ άλλων ο Π. Μαρινάκης.
Ακόμα, επισήμανε πως μετά το δυστύχημα έχουν γίνει πράγματα όπως η ολοκλήρωση της τηλεδιοίκησης, με εξαίρεση το τμήμα που καταστράφηκε λόγω Daniel, και η τοποθέτηση 300 καμερών, για να μοιράσει μετά ευθύνες λέγοντας ότι «υπάρχουν ευθύνες, πολιτικές, διαχρονικές, γιατί δεν υπήρχαν νωρίτερα». «Αρα, όταν λέει ο πρωθυπουργός αυτό, προφανώς αυτό το οποίο εννοεί είναι ότι με τις κινήσεις που γίνονται και τα μέτρα όλα αυτά τα οποία προχωράνε στο τρένο, το 2027 ο σιδηρόδρομος θα είναι πολύ πιο ασφαλής» συμπλήρωσε στη χθεσινή ενημέρωση των πολιτικών συντακτών.
Κάλυψη σε αστυνομία
Για άλλη μια φορά, στο μεταξύ, αιτιολόγησε την αστυνομική καταστολή στο τεράστιο συλλαλητήριο που έγινε στην Αθήνα, υποστηρίζοντας ότι «η Ελληνική Αστυνομία στη μεγάλη εικόνα, δηλαδή δεδομένου του κινδύνου και της σφοδρότητας των επιθέσεων, έκανε πολύ καλά τη δουλειά της, με επαγγελματισμό» και ότι «δεν προσπάθησε να διαλύσει τη συγκέντρωση» αλλά «προστάτευσε τη συντριπτική πλειοψηφία των ειρηνικών διαδηλωτών».
«Η Αστυνομία έπρεπε να κάνει μια στάθμιση, από τη μία να προστατεύσει τη σωματική ακεραιότητα των πολιτών, να μην μπει σε κίνδυνο δηλαδή. Και από την άλλη να αποκρούσει αυτές τις επιθέσεις και να συλλάβει τους δράστες», είπε ακόμα και έκανε λόγο για «δολοφονικές» επιθέσεις κατά αστυνομικών. Ωστόσο, συμπλήρωσε πως «εάν υπάρχουν μεμονωμένα περιστατικά αυθαιρεσίας, πρέπει να ερευνηθούν και αν αποδειχτεί αυθαιρεσία να επιβληθούν οι ποινές που προβλέπει ο νόμος».
