Ολη η τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη την περασμένη Τετάρτη στη δημόσια τηλεόραση, όταν άνοιγε και τυπικά τη συζήτηση για το επικείμενο νομοσχέδιο για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, εμπεριείχε με πολύ εμφανή τρόπο την προσπάθειά του να πατήσει σε δύο βάρκες.
Από τη μία, δηλαδή, να απευθυνθεί στο προοδευτικό ακροατήριο, αλλά από την άλλη να μην αποξενώσει και το ακροατήριο εκείνο που μπορεί να εκφράζεται μέσω των διαφωνούντων στη Ν.Δ. και το οποίο αντιτίθεται σφοδρά στη διασφάλιση των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων και των παιδιών τους. Εξ ου και όλη η συνέντευξή του στην ΕΡΤ ήταν σε απολογητικό τόνο προς το δεύτερο αυτό ακροατήριο.
Το ίδιο απολογητικό ύφος προς το συγκεκριμένο ακροατήριο είχε και η χθεσινή ανάρτηση του πρωθυπουργού, όπου θέλησε να πει ότι «πρόθεσή μου δεν είναι να διχάσω την ελληνική κοινωνία» και πως «δεν καινοτομούμε, αλλά θέλουμε να εφαρμόσουμε αυτό που ήδη συμβαίνει σε 20 χώρες της Ευρώπης και 36 του κόσμου. Με σεβασμό στη διαφορετική άποψη και στις αντιρρήσεις που έχουν διατυπωθεί, αλλά η Ελλάδα που οραματίζομαι είναι μια συμπεριληπτική χώρα».
Παρότι βέβαια η ρύθμιση αυτή καταγγέλλεται έντονα ότι θεσπίζει μία έμφυλη διάκριση, καθώς δεν συμπεριλαμβάνει την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και το θέμα της παρένθετης μητρότητας, τη στιγμή που για τα ετερόφυλα ζευγάρια ήδη υπάρχει το συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο.
Αυτό που δεν θέλησε να κάνει ο Κυρ. Μητσοτάκης στην ανάρτησή του είναι οποιαδήποτε αναφορά στη σύγκρουση που μαίνεται μεταξύ του ίδιου και του Αντώνη Σαμαρά. Η δήλωση του πρώην πρωθυπουργού, την περασμένη Παρασκευή από την Καλαμάτα, που αμφισβητεί ευθέως την επιλογή του Κυρ. Μητσοτάκη να δείξει στους διαφωνούντες της Ν.Δ. τον δρόμο της αποχής αντί της καταψήφισης, προκάλεσε σίγουρα μεγάλη αναστάτωση στο μέγαρο Μαξίμου και αμηχανία που εκφράστηκε μέσα από την πρώτη αντίδραση κυβερνητικών πηγών, οι οποίες περιορίστηκαν, για άλλη μια φορά, να πουν ότι «είναι γνωστές οι απόψεις» του κ. Σαμαρά και πως δεν θέλουν να κάνουν κάποιο σχόλιο.
Υπενθυμίζεται πως ο πρώην πρωθυπουργός είχε εκτοξεύσει ευθείες βολές προς τον Κυρ. Μητσοτάκη, δηλώνοντας πως «εγώ ξέρω ότι επί χρόνια όλοι οι πολιτικοί λέμε στον ελληνικό λαό ότι πρέπει να μην απέχει από τις εκλογές και να ψηφίζει για το καλό της δημοκρατίας. Θα λέμε λοιπόν στον ελληνικό λαό να ψηφίζει και να μην απέχει και λέμε ταυτόχρονα στους βουλευτές και τους υπουργούς να απέχουν;», ενώ ουσιαστικά προανήγγειλε ότι ο ίδιος θα πάει στη Βουλή και θα καταψηφίσει το νομοσχέδιο (όπως έκανε και με την τροπολογία για το Μεταναστευτικό), λέγοντας ότι θα τοποθετηθεί για το ζήτημα «όταν έρθει η ώρα στη Βουλή».
Eμμεση προτροπή
Είναι σαφές πως ο κ. Σαμαράς ουσιαστικά τάσσεται υπέρ του να υπάρξει καταγεγραμμένη ψήφος των βουλευτών και η παραπάνω τοποθέτησή του έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την αντίστοιχη του πρωθυπουργού, καθώς επί της ουσίας λειτουργεί ως έμμεση προτροπή προς τους διαφωνούντες βουλευτές, που θέλουν να διαφοροποιηθούν από την κυβερνητική πρωτοβουλία του νομοσχεδίου, να μην απέχουν (όπως τους υπέδειξε ο κ. Μητσοτάκης) αλλά να επιλέξουν την καταψήφιση της ρύθμισης.
Από τη δική του πλευρά το μέγαρο Μαξίμου επιμένει να δείχνει στους διαφωνούντες τον δρόμο της αποχής, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη να απαντά χθες (ρ/σ ΣΚΑΪ), αναφορικά με τις δηλώσεις του πρωθυπουργού περί αποχής, τα εξής:
«Τι λέει; Νομίζω κάτι που κάποιος το καταλαβαίνει πολύ εύκολα, δεν είναι πυρηνική φυσική για να μην το καταλάβει. Οτι, αν είσαι κατά, είναι καλύτερο να μην πας, να απέχεις δηλαδή, παρά να καταψηφίσεις. Νομίζω είναι απολύτως λογικό και είναι και κάτι το οποίο είναι συνεπές […] Αλλωστε και η αποχή είναι μία λύση πολλές φορές και για βουλευτές και για τους κοινοβουλευτικούς, έχει ακολουθηθεί στο παρελθόν. Εμείς θέλουμε υπερψήφιση, δεν ζητάμε αποχή και το είπε ο πρωθυπουργός ξεκάθαρα».
Ωστόσο ο Κυρ. Μητσοτάκης δέχεται, για την προτροπή του προς τους διαφωνούντες της Ν.Δ. να απέχουν, έντονη κριτική και από άλλες εσωκομματικές πλευρές, όπως αυτή του πρώην αντιπροέδρου της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη. Ο κ. Κακλαμάνης (ο οποίος, σε αντίθεση με τον Αντ. Σαμαρά, είναι υπέρ του νομοσχεδίου αλλά θα περιμένει να το δει και στην τελική του μορφή) επισήμανε (ΑΝΤ1) ότι «εγώ είμαι στο ελληνικό Κοινοβούλιο από το 1990, με μία παρένθεση 5 ετών που ήμουν στην αυτοδιοίκηση. Δεν θυμούμαι ποτέ τον εαυτό μου να αποχώρησα από τη Βουλή προκειμένου να μην ψηφίσω.
Οταν είχα την αντίθεσή μου την εξέφραζα, ακόμα και όταν υπήρχε κομματική πειθαρχία, ακόμα και όταν το κόμμα μου ήταν στην κυβέρνηση· και επί την τελευταία κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά εγώ δεν είχα ψηφίσει την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ και τον ΕΝΦΙΑ και διεγράφην. Αρα σαν παλιός κοινοβουλευτικός και επομένως δεν μου άρεσε η δήλωση του πρωθυπουργού. Δεν είμαι υπέρ της αποχής των βουλευτών».
Τα «σεμινάρια»
Επιπλέον ο Ν. Κακλαμάνης ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος δεν θα προσέλθει στα σχετικά «σεμινάρια» ενημέρωσης από τον Ακη Σκέρτσο που διοργανώνονται σήμερα και αύριο στην Πειραιώς για πολιτικό «μασάζ» στους βουλευτές. «Εγώ είμαι στην παράταξή μου από το 1964. […] Το θεωρώ προσβλητικό για τον εαυτό μου να με καλούν να με ενημερώσει ένας υπουργός καθόλα άξιος που τον γνώρισα στη Ν.Δ. το 2019», σημείωσε ο κ. Κακλαμάνης, ζητώντας, αντί αυτού, σύγκλιση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας ώστε να γίνει εκεί η συζήτηση παρουσία του πρωθυπουργού.
Την ίδια ώρα, ο υπουργός Αμυνας Νίκος Δένδιας, ερωτηθείς («Καθημερινή») για τη θέση του σχετικά με το νομοσχέδιο, δήλωσε πως «για να τοποθετηθεί κάποιος υπεύθυνα θα πρέπει πρώτα να έρθει η τελική εισήγηση στο υπουργικό συμβούλιο», υπενθυμίζοντας πάντως ότι το 2015 «είχα υπερψηφίσει το σύμφωνο συμβίωσης ομοφύλων».
Από την άλλη πλευρά, ο Μάκης Βορίδης («Το Βήμα») εμμένει στην αντίθεσή του στο νομοσχέδιο δηλώνοντας ότι και να παραιτηθεί από υπουργός Επικρατείας «δεν θα χάσει η Βενετιά βελόνι», κάνοντας και την εφημερίδα, που φιλοξενεί τις δηλώσεις του, να διερωτάται αν βρίσκεται σε συνεννόηση με τον Κυρ. Μητσοτάκη. Σε κάθε περίπτωση, η εσωκομματική κρίση στη Ν.Δ. καλά κρατεί.
