Σε εσωκομματική κρίση έχει εξελιχθεί για τη Νέα Δημοκρατία η υπόθεση της τροπολογίας που προβλέπει τη δυνατότητα άδειας διαμονής για μετανάστες που διαμένουν στην Ελλάδα τουλάχιστον τρία χρόνια και εργάζονται.
Οι ευθείες βολές του Αντώνη Σαμαρά κατά της κυβέρνησης για την τροπολογία, της οποία ζήτησε την απόσυρση, απελευθέρωσαν τις αντιδράσεις και άλλων βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος που συντάσσονται με τις δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού και τώρα βρήκαν τον χώρο να εκφραστούν ακόμα και δημοσίως. Αυτή η εσωκομματική θύελλα που προκλήθηκε, ανάγκασε το μέγαρο Μαξίμου να σπεύσει να ανακοινώσει ότι θα επιβάλει κομματική πειθαρχία στην ψήφιση της τροπολογίας από την οποία μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο κ. Σαμαράς, με την αιτιολόγηση ότι είναι πρώην πρωθυπουργός.
Οι φόβοι του Μαξίμου
Στην πραγματικότητα, το Μαξίμου έσπευσε με αυτόν τον τρόπο να προλάβει το να υπάρξει ένας αριθμός «γαλάζιων» βουλευτών που θα στοιχηθεί πίσω από τον Αντ. Σαμαρά και δεν θα ψηφίσει την τροπολογία, όπως αναμένεται να πράξει ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός. Και με αυτά τα δεδομένα, πέραν του κ. Σαμαρά –ο οποίος εμφανίζεται να μην ενθαρρύνει τους άλλους αντιδρώντες βουλευτές να μην ψηφίσουν–, από τη μία δεν αναμένεται να καταγραφεί άλλη διαφοροποίηση σε μια κεντρική κυβερνητική επιλογή, όμως από την άλλη θα μείνει απροσδιόριστο και το μέγεθος του αριθμού των βουλευτών που αντιδρούν και τους οποίους ο πρώην πρωθυπουργός αυτή τη στιγμή εκφράζει στο εσωτερικό του κόμματος.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε χθες ότι «ο μόνος βουλευτής της Ν.Δ. που είναι πρώην πρωθυπουργός είναι ο κύριος Σαμαράς. Από κει και πέρα για όλους τους υπόλοιπους είναι αυτονόητη η κομματική πειθαρχία σε νομοσχέδια και τροπολογίες. Θα ισχύσει και σ’ αυτήν την ψήφιση, οπότε, ναι, η απάντηση είναι πως αυτονοήτως θα υπάρχει».
Μάλιστα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος θέλησε να αφήσει ξανά ανοιχτό –αλλά πιο εμφατικά– το ενδεχόμενο να επιβληθεί κομματική πειθαρχία και για τη ρύθμιση για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών όταν και αν κάποτε έρθει, απαντώντας ότι «ο αυτονόητος κανόνας, αν δεν ανακοινώνεται κάτι άλλο, είναι ότι τα νομοσχέδια που προτείνει η εκτελεστική εξουσία έχουν τη συγκεκριμένη διαδικασία στο Κοινοβούλιο, της κομματικής πειθαρχίας, με εξαίρεση, προφανώς, τους πρώην πρωθυπουργούς. Αν, σε κάποια περίπτωση, ισχύσει κάτι άλλο, προφανώς θ’ ανακοινωθεί. Αυτό δεν σημαίνει, λοιπόν, ότι πρέπει να προεξοφλήσετε ούτε το ένα ούτε το άλλο». Οταν βέβαια η κυβέρνηση υποτίθεται ότι το προηγούμενο διάστημα είχε ξεκαθαρίσει ότι στη ρύθμιση για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών δεν θα επιβάλει κομματική πειθαρχία, αλλά οι εσωκομματικές αντιδράσεις (μεταξύ των οποίων και πάλι του κ. Σαμαρά, αλλά και του Μάκη Βορίδη) την υποχρεώνουν να επανεξετάσει τη στάση της.
Αλλά ίσως η μεγαλύτερη παρενέργεια που η τροπολογία αυτή προκαλεί στο εσωτερικό της Ν.Δ., είναι ότι… χώρισε τους πάλαι ποτέ Διόσκουρους και προερχόμενους από τον ακροδεξιό ΛΑΟΣ, οι οποίοι συνήθιζαν να υπογράφουν μαζί κάθε ξενοφοβική και ρατσιστική ερώτηση στη Βουλή. Ο λόγος βέβαια για τον υπουργό Εργασίας Αδωνη Γεωργιάδη και τον αναπλ. κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο και πρώην υπουργό Υγείας Θάνο Πλεύρη.
Από τη μία ο Αδ. Γεωργιάδης έχει συνταχθεί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και έχει τοποθετηθεί στην πρώτη γραμμή άμυνας της κυβέρνησης, η οποία αισθάνεται με την τροπολογία αυτή υπόλογη απέναντι στο ξενοφοβικό ακροατήριο, το οποίο τόσο καιρό χαϊδεύει με την αντιπροσφυγική ρητορική, ατζέντα και πολιτική της. Και από την άλλη ο Θάνος Πλεύρης συντάχθηκε απολύτως με τις δηλώσεις του κ. Σαμαρά, εκτοξεύοντας ευθείες βολές προς τον υπουργό Μετανάστευσης Δημήτρη Καιρίδη, προκειμένου να αποφύγει να τις εκτοξεύσει προς το μέγαρο Μαξίμου.
Συγκεκριμένα, ο κ. Πλεύρης (ο οποίος το 2011 ζητούσε νεκρούς πρόσφυγες στα σύνορα) είπε τώρα (ANT1) ότι «εγώ είμαι από τους ανθρώπους που θέλω και πιο σκληρή μεταναστευτική πολιτική και δεν το έχω κρύψει. Υπό αυτή την έννοια δεν συμφωνώ με οποιαδήποτε έκπτωση γίνεται σε αυτή την πολιτική, για οποιοδήποτε λόγο, έστω και για έκτακτες συνθήκες, έστω και με όρους που αφορούν συγκεκριμένο κόσμο για συγκεκριμένη περίοδο, όπως στην τροπολογία Καιρίδη για τους λαθρομετανάστες».
Είπε ακόμα πως θεωρεί ότι «οι ενστάσεις που έχει αναπτύξει ο κ. Σαμαράς είναι σωστές» και ότι «όταν σε μία μεταναστευτική ρύθμιση ψηφίζουμε μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και ο ΣΥΡΙΖΑ μας επικροτεί, θα πρέπει να μας προβληματίζει». Είπε ακόμα ότι «έχει γίνει ένα λάθος. Η συγκεκριμένη τροπολογία θα μπορούσε να είχε τύχει σημείο συζήτησης με τους βουλευτές της Ν.Δ., θα μπορούσαμε να είχαμε ενημερωθεί και να πούμε τις απόψεις και τις ενστάσεις μας, ενδεχομένως να προτείναμε λύσεις. Επέλεξε δυστυχώς ο κ. υπουργός να καταθέσει μια τροπολογία και να ενημερωθούμε οι βουλευτές της Ν.Δ. από τα ΜΜΕ».
Αιχμές απο Καραγκούνη
Οτι έχει ενστάσεις με την τροπολογία δήλωσε και ο βουλευτής της Ν.Δ. Κώστας Καραγκούνης, ο οποίος ζήτησε «να γίνει μια καλύτερη επενεξέταση του ζητήματος ειδικά στο άρθρο 4. […] Να υπάρξει ένα πιο ξεκάθαρο, ένα πιο σαφές, ένα πιο συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο με συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ειδικά όσον αφορά τους παράτυπους μετανάστες», ενώ άφησε αιχμές προς το υπουργείο Μετανάστευσης, λέγοντας ότι «θα μπορούσε και το υπουργείο να το συζητήσουμε λίγο νωρίτερα να υπάρξουν κάποιες παρατηρήσεις επί του ζητήματος αυτού ώστε να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε ένα τελικό κείμενο που πραγματικά θα έχει μεγαλύτερη ασφάλεια». Πάντως, τόσο ο Θ. Πλεύρης όσο και ο Κ. Καραγκούνης δήλωσαν ότι στο ενδεχόμενο επιβολής κομματικής πειθαρχίας θα ψηφίσουν την τροπολογία.
Την ίδια ώρα το Μαξίμου, το οποίο, όπως είπαμε, αισθάνεται υπόλογο απέναντι στο ξενοφοβικό ακροατήριο που τόσο καιρό χαϊδεύει, παίζει πλέον με τις λέξεις και αρνείται ότι προχωρά σε «νομιμοποίηση» μεταναστών, την οποία αποκαλεί «άδεια διαμονής για εξαρτημένη εργασία» και κάνει λόγο για «μια άπαξ ρύθμιση», σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τις αντιδράσεις από το ακροατήριο αυτό. Σε αυτή τη γραμμή, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επέμεινε χθες για τη δήλωσή του στις 29 Σεπτεμβρίου (που έδωσε στη δημοσιότητα η πλευρά Σαμαρά) με την οποία διέψευδε ότι υπάρχει σχεδιασμός της κυβέρνησης για νομιμοποιήσεις μεταναστών, ότι «ήταν, είναι και παραμένει απολύτως ακριβής».
