Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Να διασκεδάσει τις εντυπώσεις για το φιάσκο με την πανεπιστημιακή και την έφιππη αστυνομία επιχείρησε χθες βράδυ ο πρωθυπουργός στην πρώτη συνέντευξη που παραχώρησε σε ελληνικό ΜΜΕ μετά τις εκλογές του Ιουνίου.

Με τα προβλήματα και την ασυνεννοησία να έχουν ήδη βραχυκυκλώσει την κυβέρνηση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπάθησε μέσω τηλεόρασης να διορθώσει την κάκιστη εικόνα που εκπέμπει το νέο κυβερνητικό σχήμα με επίκεντρο τα τελευταία 24ωρα το αλαλούμ που έχει δημιουργηθεί μετά τις δηλώσεις του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Νότη Μηταράκη.

Εχοντας προλειάνει το έδαφος ενός ακόμη μεγαλοπρεπούς αδειάσματος υπουργού από το πρωί ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, το βράδυ ήταν η σειρά του πρωθυπουργού να βάλει τα πράγματα στην –κατά Μαξίμου– σωστή σειρά.

Πιο ειδικά, για το θέμα της πανεπιστημιακής αστυνομίας –η οποία τη μία ημέρα παύει να επιτελεί τον ρόλο της όπως τον γνωρίζαμε κατά την εκδοχή του κ. Μηταράκη και την επόμενη εξακολουθεί να υφίσταται κατά την εκδοχή του κ. Μαρινάκη– ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι τελικά δεν καταργείται.

«Η πανεπιστημιακή αστυνομία δεν καταργείται, το επαναλαμβάνω», δήλωσε (ΣΚΑΪ) ο πρωθυπουργός, αφήνοντας εκτεθειμένο τον υπουργό του, ο οποίος είχε μιλήσει ευθέως για αλλαγή σχεδιασμού του εν λόγω Σώματος, τον οποίο όμως θέλησε επιμελώς στη συνέχεια να καλύψει, αναφέροντας ότι «ούτε ο υπουργός είπε αυτό, διότι άκουσα με πολύ μεγάλη προσοχή, ήμουν μεν στο Βίλνιους, αλλά άκουσα με μεγάλη προσοχή αυτό το οποίο είπε».

Σύμφωνα με τον κ. Μητσοτάκη, ο οποίος θέλησε να θολώσει την εικόνα για το μέγα μπέρδεμα στο εσωτερικό της κυβέρνησης, σημείωσε ότι το πρόβλημα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Ν.Δ. ήταν «η βία και η ανομία στα Πανεπιστήμια». Και στο πλαίσιο αυτό, αναιρώντας μόνος του τα όσα υποστήριζε για τη σημασία της πανεπιστημιακής αστυνομίας, ανέφερε: «Είναι η κατάσταση σήμερα πολύ καλύτερη από ό,τι ήταν πριν από τέσσερα χρόνια; Αναντίρρητα ναι. Πώς το αντιμετωπίσαμε το πρόβλημα αυτό; Με πολλές τολμηρές κινήσεις, βάζοντας όχι την πανεπιστημιακή αστυνομία, την ίδια την αστυνομία, ενδεχομένως σε κάποιες περιπτώσεις και τις βαριά οπλισμένες μονάδες της αστυνομίας, μέσα στα Πανεπιστήμια, στην Πανεπιστημιούπολη στου Ζωγράφου, αδειάζοντας πολλές καταλήψεις, με αποτέλεσμα η κατάσταση σήμερα να είναι πολύ καλύτερη. Καθίσαμε λοιπόν με τους πρυτάνεις και είπαμε: Πολύ ωραία, τα Πανεπιστήμια χρειάζονται ένα συγκροτημένο σχέδιο ασφάλειας, το οποίο θα συμπεριλαμβάνει και το πώς ενδεχομένως μπαίνει κάποιος σε ένα πανεπιστήμιο εκεί που υπάρχει ελεγχόμενη είσοδος. Και σε αυτό το σχέδιο επικουρικά λειτουργεί η πανεπιστημιακή αστυνομία, μαζί με τους πρυτάνεις».

Με άλλα λόγια, επιβεβαίωσε την κυβερνητική αναδίπλωση, κάνοντας πλέον λόγο για επικουρική λειτουργία της πανεπιστημιακής αστυνομίας, που πρακτικά ισοδυναμεί με την κατάργησή της.

Για τους δε αστυνομικούς που προσελήφθησαν για τον λόγο αυτό, υποστήριξε ότι θα υπηρετούν σε αστυνομικά τμήματα πέριξ των Πανεπιστημίων, ωστόσο παραδέχτηκε ότι είναι υπό αξιολόγηση το τι ακριβώς θα κάνουν, αφού «η αλήθεια είναι –δεν θα κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου– ότι μας δυσκόλεψε λίγο στην υλοποίηση αυτός ο θεσμός».

Λίγο νωρίτερα, πάντως, η Ντόρα Μπακογιάννη είχε εμφανώς διαφοροποιηθεί από την επίσημη «γραμμή» του μεγάρου Μαξίμου, χαρακτηρίζοντας «σωστή» την απόφαση κατάργησης της πανεπιστημιακής αστυνομίας («Παραπολιτικά»).

Σε σχέση με τα ελληνοτουρκικά και τη συνάντησή του στη Λιθουανία με τον Ταγίπ Ερντογάν, ο πρωθυπουργός μίλησε για μια ευκαιρία «για μια επανεκκίνηση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά από τέσσερα δύσκολα χρόνια», εκτιμώντας ότι «η Τουρκία φαίνεται να είναι έτοιμη για μια στροφή στην εξωτερική της πολιτική».

«Ο μεγάλος στόχος –δεν το έχω κρύψει ποτέ– είναι να λύσουμε τον πυρήνα της διαφοράς. Και αναφέρομαι στη διαφορά, διότι η μεγάλη μας διαφορά με την Τουρκία εξακολουθεί να είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας δηλαδή, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο», συμπλήρωσε, αφήνοντας ανοιχτό ενδεχόμενο μελλοντικής προσφυγής στη Χάγη.

«Εφόσον καταφέρουμε να συμφωνήσουμε, να πάμε στη Χάγη, ώστε το Διεθνές Δικαστήριο να επιληφθεί αυτής της μεγάλης εκκρεμότητας, η οποία έρχεται εδώ και πολλές δεκαετίες. Αλλά προφανώς το να πάμε στη Χάγη δεν είναι μια απλή υπόθεση, ούτε είναι κάτι το οποίο μπορεί να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη», κατέληξε ο πρωθυπουργός, υπογραμμίζοντας ότι «αυτή η συζήτηση είναι ακόμα πρόωρη».