Αμετανόητος παραμένει ο Κυριάκος Μητσοτάκης για την επιχείρηση του μεγάρου Μαξίμου να κομματικοποιήσει το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και να το βάλει να κάνει αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά πως ο πρωθυπουργός όχι μόνο δεν λειτουργεί «θεσμικά», όπως μόνο στα λόγια λέει ότι κάνει, αλλά ότι αντιμετωπίζει το κράτος και τις δημόσιες υπηρεσίες ως λάφυρο για τις προσωπικές και τις κομματικές του επιδιώξεις.
Θυμίζουμε ότι πρώτα βγήκε από τηλεοράσεως ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Ακης Σκέρτσος, ο οποίος στην προσπάθεια της κυβέρνησης να προσδώσει ένα επίπλαστο κύρος στο κινδυνολογικό προεκλογικό της αφήγημα για το πρόγραμμα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν δίστασε να εμφανίσει ένα χαρτί, υποστηρίζοντας ότι προέρχεται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και ότι περιλαμβάνει την κοστολόγηση του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ.
Αλλά, βέβαια, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους είναι αρμόδιο για να υπολογίζει δημοσιονομικό κόστος, που όμως αφορά τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης και ασφαλώς σε καμία περίπτωση δεν αφορά τα προγράμματα των κομμάτων.
Επομένως, εφόσον η κυβέρνηση έχει φτάσει στο σημείο να κάνει το ΓΛΚ μέρος των προεκλογικών ισχυρισμών της κατά των πολιτικών της αντιπάλων, αυτό συνιστά μια πρωτοφανή προσπάθεια κομματικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών του ΓΛΚ. Παρ’ όλα αυτά, αντί το μέγαρο Μαξίμου να καταλάβει το ακραίο της πρακτικής του, βγήκε χθες ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την Πάργα να επιμείνει στο ίδιο αφήγημα περί κοστολόγησης του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, μη διστάζοντας ουσιαστικά να υπεραμυνθεί της εργαλειοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών από τη «γαλάζια» κομματική γραμμή.
Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι «ογδόντα τρία δισεκατομμύρια κοστολογήθηκε το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, προσέξτε, όχι από εμάς, από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Και μετά μας ζήτησαν και τα ρέστα, γιατί πήγαμε στο Γενικό Λογιστήριο να το κοστολογήσουμε».
Παραδοχή γκάφας
Την ίδια ώρα, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Θόδωρος Σκυλακάκης, πήγε κάπως να τα μαζέψει, αλλά τα έκανε χειρότερα. Μίλησε γενικώς και αορίστως για «κοστολόγηση» που «βασίζεται σε στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού, που συλλέχθηκαν από διαφορετικές υπηρεσίες του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και συγκεντρώθηκαν και παρουσιάστηκαν σε ενιαίο πίνακα από τη Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους», υποστηρίζοντας ότι «η ποσοτικοποίηση […] βασίζεται κατά κύριο λόγο στους πίνακες του προϋπολογισμού 2023, ο οποίος είναι δημόσια διαθέσιμος» και ότι «τόσα χρόνια η Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής, με στοιχεία που παρέχουν τα στελέχη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ποσοτικοποιεί επιτυχημένα όλα τα δημοσιονομικά μέτρα που εφαρμόζονται, καθώς και, σε πλείστες περιπτώσεις, προτάσεις των Κοινοβουλευτικών Ομάδων που τίθενται στον δημόσιο διάλογο ή υποβάλλονται με τη μορφή σχεδίου νόμου».
Φυσικά, κανείς δεν θυμάται την τελευταία φορά που το ΓΛΚ προχώρησε στην κοστολόγηση πρότασης νόμου της αντιπολίτευσης, αλλά, σε κάθε περίπτωση, οι ειδικές εκθέσεις του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους συνοδεύουν πάντα νομοθετήματα που έχουν κατατεθεί στη Βουλή (που τώρα είναι κλειστή) και όχι βέβαια προεκλογικούς ισχυρισμούς της κυβέρνησης εναντίον του προγράμματος του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Επομένως, οι δηλώσεις αυτές συνιστούν παραδοχή για την επιχείρηση κομματικοποίησης του ΓΛΚ από την κυβέρνηση.
Το χειρότερο όμως, για το Μαξίμου είναι ότι, όπως δημοσίευσε το «documentonews.gr», επικοινώνησε με τον διευθυντή της Διεύθυνσης Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης, ο οποίος δήλωσε πως η εν λόγω Διεύθυνση δεν έχει κάνει καμία κοστολόγηση για το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. «Τελικά, το ψέμα και η προπαγάνδα έχουν κοντά πόδια», σχολίασε η Πόπη Τσαπανίδου, σημειώνοντας πως «το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους διαψεύδει τον κ. Μητσοτάκη και τον κ. Σκέρτσο για τη δήθεν κοστολόγηση του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ σε 83 δισ.».
