Σήμερα, στις 11 το πρωί, ο πρωθυπουργός θα περάσει το κατώφλι του Προεδρικού Μεγάρου, όπου θα επισκεφτεί την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, και θα ζητήσει τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη των εκλογών για την 21η Μαΐου.
Κατόπιν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα προχωρήσει σε ένα ακόμα τηλεοπτικό του μήνυμα προς τους πολίτες, το οποίο θα είναι και το τελευταίο της παρούσας κυβερνητικής θητείας.
Μέχρι το απόγευμα, αναμένεται, κατά τις κυβερνητικές πηγές, και η έκδοση και θυροκόλληση στο Κοινοβούλιο του Προεδρικού Διατάγματος για τη διάλυση της Βουλής, την προκήρυξη των εκλογών και την ημερομηνία συγκρότησης της νέας Βουλής, ενώ θα γίνει και η τοποθέτηση υπηρεσιακού υπουργού Εσωτερικών στη θέση του Μάκη Βορίδη, η οποία αναμένεται να είναι η πρώην Συνήγορος του Πολίτη, Καλλιόπη Σπανού.
Κάπως έτσι η χώρα μπαίνει και επισήμως στην προεκλογική περίοδο που αναμένεται άκρως τοξική, αφού τον τόνο της τοξικότητας έχει επιλέξει να δίνει ο ίδιος ο πρωθυπουργός.
Σε αυτό το πλαίσιο, μάλιστα, ο κ. Μητσοτάκης έχει φτάσει στο σημείο να ανασύρει ακόμα και τη διαβόητη θεωρία των δύο άκρων και να επιμένει να δηλητηριάζει με αυτήν τον δημόσιο διάλογο, κατηγορώντας το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι «κλείνει το μάτι στη Χρυσή Αυγή» και προσπαθώντας έτσι να το ταυτίσει με τους καταδικασμένους εγκληματίες ναζιστές.
Με αυτόν τον ακραίο τρόπο, ο πρωθυπουργός προσπαθεί να σκεπάσει τους, εξαιρετικά πρόχειρους και τελευταίας στιγμής, κυβερνητικούς χειρισμούς και τα αλλεπάλληλα μπαλώματα στο πολύ σοβαρό θέμα της ρύθμισης για τον αποκλεισμό του μορφώματος του καταδικασμένου ναζιστή Κασιδιάρη, αλλά κυρίως αυτό που προσπαθεί να σκεπάσει είναι οι καταγγελίες του παραιτηθέντος αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Χρήστου Τζανερρίκου, για κυβερνητική απόπειρα παζαριών με προσφορά ανταλλαγμάτων προς το πρόσωπό του.
Βέβαια, είναι και άλλα ζητήματα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί μέσω της ακραίας πόλωσης να σκεπάσει και τα οποία παραμένουν ανοιχτά. Ενα τέτοιο ζήτημα είναι ασφαλώς το σκάνδαλο των υποκλοπών, το οποίο μάλιστα κάθε τόσο αναζωπυρώνεται με νέες εξελίξεις, όπως λ.χ. η παραδοχή του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών, Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, ότι δόθηκε άδεια εξαγωγής του παράνομου λογισμικού Predator και στο Σουδάν.
Είχε ασφαλώς προηγηθεί η επιβεβαίωση από την κυβέρνηση, ότι είχε δώσει και άδειες για την εξαγωγή του Predator στη Μαδαγασκάρη, με την υπογραφή του έμπιστου συνεργάτη του Κυριάκου Μητσοτάκη, Γιάννη Σμυρλή, ο οποίος παραιτήθηκε από τη θέση του γενικού γραμματέα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Εξωστρέφειας στο υπουργείο Εξωτερικών, μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου με τις άδειες, αλλά κατόπιν τοποθετήθηκε στη θέση του αναπληρωτή γενικού διευθυντή της Ν.Δ., γεγονός που επιβεβαιώνει ότι εξακολουθεί να απολαμβάνει την απόλυτη εμπιστοσύνη του πρωθυπουργού.
Προσθέστε εδώ και την πολύ πρόσφατη κατάθεση – καταπέλτη που έδωσε στην επιτροπή PEGA του Ευρωκοινοβουλίου η Αρτεμις Σίφορντ, πρώην διευθύντρια ασφαλείας στο ΜΕΤΑ (facebook), η οποία αποκαλύφθηκε από τους New York Times ότι είχε τεθεί σε ταυτόχρονη παρακολούθηση από ΕΥΠ και Predator, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση επιμένει να αρνείται την οφθαλμοφανή διασύνδεση των δύο τρόπων παρακολούθησης.
Και το άλλο ζήτημα που επιχειρεί ο πρωθυπουργός να σκεπάσει είναι, βέβαια, αυτό των ευθυνών για την τραγωδία στα Τέμπη. Το μέγαρο Μαξίμου επιμένει στη γραμμή περί ανθρώπινου λάθους και στην προσπάθεια διάχυσης των ευθυνών στις προηγούμενες κυβερνήσεις, αλλά ακόμα και το πόρισμα της επιτροπής εμπειρογνωμόνων που η ίδια η σημερινή κυβέρνηση συνέστησε, φανερώνει τις κυβερνητικές ευθύνες και διαψεύδει και με τη βούλα όσα η κυβέρνηση ισχυριζόταν περί λειτουργίας «τοπικής τηλεδιοίκησης» στη Λάρισα.
Εξ ου και ο πρωθυπουργός στρέφεται στην ατζέντα της Οικονομίας, όπου όμως και εκεί υπάρχει το σοβαρό ζήτημα της ακρίβειας, που ασφαλώς φθείρει την κυβέρνησή του, και σε αυτό το πλαίσιο επενδύει στην κινδυνολογία. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι, και κατά τη χθεσινή του προεκλογική περιοδεία στην Πελοπόννησο, ο Κυρ. Μητσοτάκης υποστήριξε ότι «εάν ο κ. Τσίπρας κέρδιζε ποτέ τις εκλογές, που δεν θα γίνει, αλλά αν τις κέρδιζε τις εκλογές και επιχειρούσε να εφαρμόσει το οικονομικό πρόγραμμα το οποίο έχει εξαγγείλει, η χώρα θα χρεοκοπούσε εντός ενός μήνα. Θα ξαναγυρνούσαμε πίσω στα μνημόνια, σε εποχές τις οποίες έχουμε αφήσει πίσω οριστικά».
Και το άλλο στο οποίο επενδύει προεκλογικά ο πρωθυπουργός είναι η σκληρή αντιπροσφυγική ατζέντα και ρητορική, κατά την οποία από τη μία επισήμως αρνείται ότι η κυβέρνηση επιδίδεται σε επαναπροωθήσεις αλλά από την άλλη κλείνει υπόρρητα το μάτι στην παράνομη και απάνθρωπη αυτή πολιτική και πρακτική, για την οποία η χώρα μας τόσο καιρό καταγγέλλεται.
«Θα συνεχίσουμε σε μια πορεία μιας Ελλάδας ισχυρής, η οποία προστατεύει τα σύνορά της ή θα γυρίσουμε στις εποχές των ανοιχτών συνόρων και “της θάλασσας η οποία δεν έχει καν σύνορα”;», είπε στην ίδια περιοδεία, καθώς με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να συγκρατήσει τις διαρροές ψηφοφόρων στα ακροδεξιά της Ν.Δ.
Την ίδια ώρα, ο πρωθυπουργός, ο οποίος τόσο καιρό έχει απαξιώσει πλήρως την κάλπη της απλής αναλογικής, επιμένοντας στον στόχο αυτοδυναμίας στην ενδεχόμενη δεύτερη κάλπη, τώρα έχει καταλάβει ότι η τακτική αυτή ευνοεί τη χαλαρή ψήφο στις εκλογές της 21ης Μαΐού και έτσι εσχάτως έχει αρχίσει να χαρακτηρίζει την πρώτη κάλπη «πιο κρίσιμη κάλπη της Μεταπολίτευσης».
Και κατά τα λοιπά επιμένει να κατηγορεί τον Αλέξη Τσίπρα -παρά τις περί του αντιθέτου δηλώσεις του τελευταίου- ότι «εάν τα κουκιά βγαίνουν, θα επιχειρήσει μια “πολιτική τερατογένεση”, παρακάμπτοντας το πρώτο κόμμα και προσπαθώντας να σχηματίσει μια κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Τσίπρα, υπουργό Οικονομικών πάλι τον Βαρουφάκη, ενδεχομένως κυβερνητικό εκπρόσωπο τον Αντώναρο».
Με αυτόν τον τρόπο ο Κυρ. Μητσοτάκης προσπαθεί να τρομάξει ψηφοφόρους που ήταν προσκείμενοι στο λεγόμενο «αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο», το οποίο βρίσκεται σε αποσύνθεση μετά το σκάνδαλο των υποκλοπών, αλλά και να επαναπροσελκύσει δικούς του ψηφοφόρους που απομακρύνθηκαν μετά την τραγωδία στα Τέμπη. Σε κάθε περίπτωση, προδίδει το άγχος του για τις εκλογικές επιδόσεις του κόμματός του.
