Η πιο βαριά υπόθεση του –ευρύτερα γνωστού και ως «αμαρτωλού»– Ταμείου Αλληλοβοήθειας Υπαλλήλων Υπουργείου Πολιτισμού θα απασχολήσει τις δικαστικές αίθουσες. Υιοθετώντας πλήρως τη σχετική πρόταση της εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, Ευγενίας Σιδέρη, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμπει στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών 14 μέλη πρώην διοικητικών συμβουλίων του Ταμείου για τη διαβόητη υπόθεση των εικονικών δανείων της περιόδου 2012-2014, κατά την οποία πρόεδρος του Ταμείου υπήρξε ο Γιάννης Τσακοπιάκος –έχει ο ίδιος παραδεχθεί ότι συμπεριλαμβάνεται στους κατηγορούμενους– και διευθυντής ο Γιώργος Βλαντής. Τα κακουργηματικού χαρακτήρα αδικήματα που αποδίδονται στους κατηγορούμενος είναι: α) συγκρότηση κι ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, β) πλαστογραφία, γ) ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία, δ) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ε) υπεξαίρεση από κοινού και κατ’ εξακολούθηση.
Η υπόθεση αφορά τη χορήγηση εικονικών δανείων από πλευράς Ταμείου στο όνομα 133 υπαλλήλων –σύμφωνα με τη δικογραφία–, χωρίς όμως οι «δανειολήπτες» έστω να… το γνωρίζουν. Χαρακτηριστικό είναι άλλωστε ότι από την αρχή της υπόθεσης 22 υπάλληλοι άσκησαν μηνύσεις στον εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, ενημερώνοντας ότι, αν και τα δάνεια εμφανίζονταν να έχουν εγκριθεί και εκταμιευθεί στο όνομά τους, οι ίδιοι ουδέποτε τα ζήτησαν ή τα εισέπραξαν. Η ζημία σε βάρος του Δημοσίου από τα πλαστά δάνεια υπολογίζεται σε 282.500 ευρώ.
Ως προς το πώς χορηγούνταν τα δάνεια, στη δικογραφία περιγράφεται συνοπτικά η εξής μεθοδολογία:
● Εν αγνοία των υπαλλήλων και με πλαστογραφημένες τις υπογραφές τους, υποβαλλόταν πλαστή αίτηση για χορήγηση δανείων ύψους 1.000-3.000 ευρώ για κάθε «δανειολήπτη».
● Οι πλαστές αιτήσεις εισάγονταν προς έγκριση στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου και γίνονταν «μαζικά δεκτές εν όλω ή εν μέρει, πάντοτε με ομόφωνη γνώμη των μελών» του.
● Ακολούθως, υπογράφονταν δήθεν αποδείξεις πληρωμής για τον κάθε υπάλληλο, από μπλοκ που έφερε αρίθμηση και τη σφραγίδα του Ταμείου. Πρόκειται για αποδείξεις «επίσης πλαστές κατά περιεχόμενο, αφού ουδέποτε έλαβε χώρα τέτοια καταβολή στους υπαλλήλους, ενώ επί των αποδείξεων αυτών δήθεν πληρωμής ετίθετο πάντα η εμφανής ίδια υπογραφή ενός πληρώσαντος, ο οποίος βεβαίωνε κατ’ αυτόν τον τρόπο την πληρωμή των ποσών».
● Τα δάνεια, υποτίθεται, θα αποπληρώνονταν με μηνιαίες παρακρατήσεις από τον μισθό των υπαλλήλων. Προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή η χορήγηση «δανείων» από όσους πλαστογραφήθηκαν οι υπογραφές, «εισαγόταν εκ νέου, εν αγνοία τους και πάλι, δήθεν “αίτηση μετατροπής” δανείου σε οικονομικό βοήθημα (…) ακολουθούσε νέο Δ.Σ. με την ίδια σύνθεση, όπου ως θέμα ημερήσιας διάταξης ετίθεντο ψευδείς αιτήσεις των υπαλλήλων, οι οποίοι δήθεν “για λόγους κοινωνικής αντίληψης” ζητούσαν να μετατραπούν τα υπό απόσβεση δάνειά τους σε βοηθήματα πριν καν αρχίσει η αποπληρωμή τους, προκειμένου να μην αναζητηθούν τα χρήματα».
«Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ήλθε με το βούλευμά του όχι μόνο να επικυρώσει την πλήρως εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση-καταπέλτη, αλλά και να τη συμπληρώσει, απορρίπτοντας τεκμηριωμένα όλους τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων. Αξιοποιώντας το πλούσιο υλικό που συγκεντρώθηκε στην προδικασία, το Συμβούλιο ήλθε με το σκεπτικό του κατ’ ουσίαν να διαπιστώσει, τουλάχιστον σε επίπεδο σοβαρών ενδείξεων που απαιτούνται για την παραπομπή των κατηγορουμένων, ότι ο δημοσιογραφικός όρος “αμαρτωλό Ταμείο” φαντάζει απλός ευφημισμός μπροστά στη βαρύτητα των κακουργηματικών πράξεων που φέρονται να έχουν τελεστεί σε βάρος του δημόσιου χρήματος», δηλώνει στην «Εφ.Συν.» ο Χάρης Λαδής, δικηγόρος των 22 υπαλλήλων του υπουργείου Πολιτισμού που κατέθεσαν μήνυση για τα πλαστά δάνεια.
Ωρα κρίσης και για την υπουργό
Οι εξελίξεις αφήνουν έκθετη την υπουργό Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, η οποία έχει αρνηθεί την πειθαρχική δίωξη κατηγορουμένων για κακουργήματα, με τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Χριστόφορο Βερναρδάκη, να την έχει κατηγορήσει στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου για παράβαση καθήκοντος με στόχο τη συγκάλυψη σκανδάλου.
Η κ. Μενδώνη ανέστειλε τις προβλεπόμενες πειθαρχικές διαδικασίες με απόφασή της τον Νοέμβριο του 2019. Αρχικό επιχείρημά της ήταν ότι αναμένει την ολοκλήρωση της κύριας ανάκρισης. Επειτα από 2,5 χρόνια, αφ’ ενός η κύρια ανάκριση έχει ολοκληρωθεί, αφ’ ετέρου έχει παραβιαστεί ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας που όχι μόνο προβλέπει ότι η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία, αλλά και ότι η όποια αναστολή πειθαρχικών διαδικασιών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος.
Την 1η Σεπτεμβρίου 2020 η υπουργός αποφάσισε –το σχετικό έγγραφο είναι στην κατοχή της «Εφ.Συν.»– να ασκήσει πειθαρχικές διώξεις υπό την προϋπόθεση να «υποβληθούν το κατηγορητήριο και το βούλευμα για την παραπομπή σε ποινική δίκη» 9 προσώπων που εμπλέκονται στην υπόθεση. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις θα τηρήσει η υπουργός τον νόμο ή θα αρνηθεί ακόμη και τον ίδιο της τον εαυτό; Θα κάνει χρήση των διατάξεων του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα που προβλέπουν τη θέση των εμπλεκομένων σε αργία ή θα διατηρήσει στις υπηρεσίες της πρόσωπα που κατηγορούνται για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, μέχρι αυτά να βγουν στη σύνταξη; Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας, που έχει παραδεχθεί εγγράφως ότι η υπόθεση των εικονικών δανείων «αναφέρεται σε ιδιαιτέρως σοβαρά αδικήματα», θα κινηθεί εναντίον των επίορκων;
