Την ώρα που στην Αθήνα η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από το μέλλον και τη μορφή της κυβέρνησης, στις Βρυξέλλες, παρά τις υποχωρήσεις της Αθήνας σε ένα σκληρό πρόγραμμα, η συζήτηση επεκτάθηκε μέχρι το πιθανό Grexit. Αυτό το στοιχείο ήταν που καθόρισε τις δύο αντικρουόμενες πλευρές στη σύνοδο κορυφής της ευρωζώνης, ο συσχετισμός δυνάμεων των οποίων δεν ήταν πλέον 18-1. Μάλλον χωρισμένοι στα δύο ήταν οι ηγέτες κρατών της ευρωζώνης.
Το σκηνικό είχε στηθεί από το προηγούμενο βράδυ καθώς, σύμφωνα με πηγές, οι θεσμοί είχαν δώσει θετική εισήγηση, οι όποιες αλλαγές είχαν ενσωματωθεί και είχε καθοριστεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. «Ενώ υπήρχε καταρχήν συμφωνία, μια ομάδα χωρών έθετε συνεχώς θέμα αξιοπιστίας, χωρίς συγκεκριμένες απαιτήσεις», συνέχιζαν οι ίδιες πηγές, συμπεραίνοντας ότι «σαφώς κάποιες χώρες δεν θέλουν να υπάρξει συμφωνία, για λόγους που δεν σχετίζονται με τις μεταρρυθμίσεις».

«Είμαι έτοιμος για έναν έντιμο συμβιβασμό. Το οφείλουμε στους λαούς της Ευρώπης που θέλουν ενωμένη και όχι χωρισμένη την Ευρώπη. Μπορούμε να φτάσουμε σήμερα το βράδυ σε μια συμφωνία, εάν το θέλουν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη», είπε ο Αλέξης Τσίπρας προσερχόμενος στη σύνοδο κορυφής.
Στο πλευρό της Ελλάδας στάθηκαν ξεκάθαρα οι ηγέτες της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ιρλανδίας, της Αυστρίας και της Κύπρου. Θέση υπέρ της παραμονής της χώρας στο ευρώ -για διαφορετικούς λόγους- έλαβαν οι πρωθυπουργοί της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και του Λουξεμβούργου.
Στον αντίποδα, εχθρική στάση κράτησαν, όπως ήταν αναμενόμενο, η Γερμανίδα καγκελάριος, ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας, της Φινλανδίας, οι ηγέτες των τριών Βαλτικών χωρών, της Σλοβακίας, της Σλοβενίας και της Μάλτας.
Χαρακτηριστικές οι δηλώσεις των δύο πλευρών. Η Ανγκελα Μέρκελ δήλωσε ότι «δεν θα υπάρξει συμφωνία με οποιοδήποτε τίμημα», προσθέτοντας ότι «το πιο σημαντικό νόμισμα έχει χαθεί και είναι η εμπιστοσύνη. Αυτό σημαίνει ότι θα έχουμε σκληρές συζητήσεις». Ο Ματέο Ρέντσι, από την πλευρά του, δήλωσε στο Al Jazeera: «Δεν μπορώ να φανταστώ μια Ευρώπη χωρίς την Ελλάδα· θα ήταν μια Ευρώπη χωρίς ιδιαίτερα σημαντικές αξίες και χωρίς τον τρόπο ζωής της».
Ο πρωθυπουργός και η ελληνική αντιπροσωπεία είχαν να αντιμετωπίσουν ένα κείμενο «εξαιρετικά προβληματικό», όπως έλεγαν στελέχη της.
Οι διαφορές
Ωστόσο το πρόβλημα ήταν γενικότερο: o σκληρός πυρήνας χωρών που υπερασπίζονται την ακραία λιτότητα, με μπροστάρη τη Γερμανία, επέμενε ότι η Αθήνα πρέπει πρώτα να περάσει μέτρα από τη Βουλή και έπειτα να ξεκινήσει η συζήτηση για τη διαπραγμάτευση του νέου πακέτου. Αντιθέτως, ο πρωθυπουργός επιθυμούσε να ξεκινήσει η διαπραγμάτευση αμέσως, ώστε να δοθεί «σήμα» στην ΕΚΤ και να «ξεκλειδώσει» η ρευστότητα μέσω του ELA προς τις ελληνικές τράπεζες. Στο σημείο αυτό επικεντρώθηκε και η προσωρινή «εμπλοκή» στις συζητήσεις.
Γι’ αυτό και στην πρώτη ανάπαυλα της συνόδου ο Αλέξης Τσίπρας είχε συνάντηση με την Ανγκελα Μέρκελ, τον Φρανσουά Ολάντ και τον Ντόναλντ Τουσκ, στην οποία συμμετείχε και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. Η ελληνική πλευρά εντόπιζε τις βασικές της διαφωνίες στα εξής τέσσερα σημεία: στο Ταμείο στο Λουξεμβούργο, στο οποίο θα περιλαμβάνονταν τα περιουσιακά στοιχεία του ελληνικού Δημοσίου, το δημόσιο χρέος, η συμμετοχή ή μη του ΔΝΤ στο νέο πρόγραμμα και η ρευστότητα των τραπεζών.
Στην πρώτη συνάντηση, σύμφωνα με πληροφορίες, υπήρχε αντιπαράθεση μεταξύ του Αλέξη Τσίπρα και της Ανγκελα Μέρκελ αναφορικά με τα τέσσερα σημεία «τριβής». Ο δε Φρανσουά Ολάντ παρείχε στήριξη στην ελληνική πλευρά. Αμέσως μετά συναντήθηκαν Τσακαλώτος, Σαπέν και Σόιμπλε. Στο δεύτερο διάλειμμα της Συνόδου η τετραμερής συνήλθε ξανά, με τα «ανοικτά» ζητήματα να μην έχουν μειωθεί αισθητά τις τελευταίες ώρες, παρά το βελτιωμένο κλίμα.
«Δίνουμε μάχη για να βελτιωθεί το κείμενο» έλεγαν κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, επισημαίνοντας ότι «η αξιοπιστία είναι μια αμφίδρομη έννοια». «Δεν μπορείς να ζητάς αξιοπιστία από μια κυβέρνηση και να φέρνεις δεκάδες νέες απαιτήσεις από το πουθενά την τελευταία στιγμή» έλεγαν, όμως, τα ίδια στελέχη «καρφώνοντας» τους εταίρους που επιθυμούν μια «σκληρή και τιμωρητική συμφωνία».
Το κείμενο που τέθηκε επί τάπητος περιείχε μεν σκληρά μέτρα, αλλά επέτασσε και «ακραίες» κινήσεις από την ελληνική κυβέρνηση. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι στις αίθουσες του Συμβουλίου που αναρωτιούνταν γιατί η Γερμανία κρατά τόσο άτεγκτη στάση, τη στιγμή που η οικονομική και τραπεζική κατάσταση στην Ελλάδα έχει υποχρεώσει τον πρωθυπουργό σε συνθηκολόγηση. «Θέλουν να μας ταπεινώσουν», έλεγε κορυφαίος κυβερνητικός αξιωματούχος. Και μαζί του συμφωνούσαν πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι.
Χαρακτηριστικότερο σημείο, αυτό του πενταετούς Grexit, το οποίο προτάθηκε από τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και στη Γερμανία θεωρήθηκε αντισυνταγματικό. «Θέλουν απλώς να σπάσουν τον τσαμπουκά στον καθένα», έλεγε έτερος Ελληνας αξιωματούχος.
Μέχρι αργά το βράδυ οι πληροφορίες ήταν συγκεχυμένες για τα τέσσερα σημεία διαφωνίας. Αναφορικά με το Ταμείο για τη δημόσια περιουσία, οι πληροφορίες ανέφεραν ότι η Ελλάδα ήταν διατεθειμένη να υποχωρήσει μόνο στο εξής: η έδρα του συγκεκριμένου ταμείου να μη βρίσκεται στο Λουξεμβούργο, αλλά στην Αθήνα, και να ελέγχεται από τις ελληνικές αρχές. Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες έφεραν τη Γερμανία έτοιμη να αποσύρει την απαίτησή της, υπό το βάρος των αποκαλύψεων για τον ρόλο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στην κρατική αναπτυξιακή τράπεζα που επιβλέπει το Institution for Growth (βλ. σελ. 39)
Στο κομμάτι του δημόσιου χρέους, η Γερμανία στύλωνε τα πόδια και αντιδρούσε σε κάθε συγκεκριμένη πρόβλεψη για διευθέτησή του ή για την έναρξη συζήτησης για τη διευθέτησή του. Η ελληνική πλευρά ήθελε η σχετική συζήτηση για διευθέτηση του χρέους, χωρίς κούρεμα, να ξεκινήσει μετά την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του νέου προγράμματος, δηλαδή το επόμενο φθινόπωρο. Αναφορικά με το ΔΝΤ, η Γερμανία παρέμενε και εδώ αμετακίνητη, επιθυμώντας να παραμείνει το Ταμείο στην Ευρώπη. Αντιθέτως, η απέναντι πλευρά ήθελε το Ταμείο να παραμένει ως τεχνικός παρατηρητής και να συντρέχει μόνον τεχνικά. Η δε χρηματοδότηση από το Ταμείο θα παρέμενε ανενεργή και θα ενεργοποιείτο μόνον σε έκτακτη περίπτωση.
Παρέμβαση Ντράγκι
Το πιο κομβικό και επείγον ζήτημα, πάντως, ήταν αυτό της ρευστότητας των τραπεζών. Παραπάνω από υποστηρικτική φαίνεται να ήταν η πλευρά της ΕΚΤ, με τον Μάριο Ντράγκι, σύμφωνα με πληροφορίες, να παρεμβαίνει στο Γιούρογκρουπ επανειλημμένα. Ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας παρενέβη ουκ ολίγες φορές στις συζητήσεις του Γιούρογκρουπ και της Συνόδου επαναλαμβάνοντας προς τους εταίρους (και ιδιαίτερα τους σκληρούς) «να έχετε συναίσθηση τι σημαίνει καθετί που λέτε και θα μπορεί να προκαλέσει στο τραπεζικό σύστημα». Φαίνεται πάντως ότι η πίεση που άσκησε ο Μάριο Ντράγκι είχε αποτέλεσμα, μια και ο σκληρός αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Βάλντις Ντομπρόφσκις, δήλωσε χθες ότι η ΕΚΤ θα παρέχει ασφάλεια στις ελληνικές τράπεζες για τις επόμενες εβδομάδες.
Αν υπάρχει, πάντως, μια δύναμη που παρακολουθεί προσεκτικά την όλη διαδικασία είναι οι ΗΠΑ, οι οποίες είναι προσανατολισμένες στο να αυξήσουν την πίεση προς τη Γερμανία. Ο Αλέξης Τσίπρας, μετά από επιθυμία της απέναντι όχθης, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Αμερικάνο υπουργό Οικονομικών, Τζακ Λιου, στον οποίο, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, είπε ότι «για να υπάρξει συμφωνία πρέπει να το θέλουν όλες οι πλευρές. Και η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι το θέλει».
Ο Ελληνας πρωθυπουργός συνέχισε περιγράφοντας την επιθυμητή βιώσιμη συμφωνία ως «μια συμφωνία που θα σέβεται στοιχειωδώς τον ελληνικό λαό και τα όσα έχει περάσει τα τελευταία 5 χρόνια». Από την Ουάσινγκτον ο Τζακ Λιου επισήμανε με νόημα ότι «για να χτιστεί ξανά η εμπιστοσύνη μεταξύ Ελλάδας και εταίρων χρειάζεται από τη μία πλευρά να επιδειχθεί βούληση για πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων και από την άλλη εξασφάλιση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους».
