Την ημερομηνία 10 Δεκεμβρίου έχουν κυκλώσει στο μέγαρο Μαξίμου, ελπίζοντας ότι κάπου εκεί γύρω –κατά τους υπολογισμούς που κάνουν– η πανδημία θα φτάσει στο πικ της και μετά θα αρχίσει να υποχωρεί από μόνη της. Αυτή είναι ουσιαστικά και η μοναδική στρατηγική της κυβέρνησης, η οποία απέτυχε να πείσει τους δύσπιστους πολίτες για το πόσο σημαντικό είναι να εμβολιαστούν και αρνείται να ενισχύσει στ’ αλήθεια, με προσλήψεις του αναγκαίου προσωπικού και άνοιγμα ΜΕΘ, το ΕΣΥ που δέχεται ασφυκτική πίεση από την επέλαση της πανδημίας, έχοντας ράντζα στους διαδρόμους και διασωληνωμένους εκτός ΜΕΘ.
Την απουσία στρατηγικής από την πλευρά της κυβέρνησης προδίδει άλλωστε και o τρόπος με τον οποίο φτάσαμε τελικά στις προχθεσινές ανακοινώσεις του πρωθυπουργού για τον αποκλεισμό από Δευτέρα των ανεμβολίαστων, πέραν των κλειστών χώρων της εστίασης και από τους αντίστοιχους του πολιτισμού (θέατρα, σινεμά, μουσεία κ.λπ.) και τα γυμναστήρια. Γιατί βέβαια μέχρι και λίγο πριν από την τηλεοπτική δήλωση του Κυρ. Μητσοτάκη, η κυβέρνηση διαμήνυε κατηγορηματικά ότι δεν θα προχωρήσει σε νέα μέτρα αποκλεισμών για τους ανεμβολίαστους και μάλιστα ο ίδιος ο πρωθυπουργός το είχε διαψεύσει από το Λονδίνο με τη φράση: «Δεν θα ακολουθήσουμε την τακτική της Αυστρίας επιβάλλοντας ένα πλήρες λοκντάουν στους ανεμβολίαστους».
Αλλά τελικά κινήθηκε προς την κατεύθυνση που μέχρι τότε απέκλειε, φανερώνοντας ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να πορεύεται σπασμωδικά -εν μέσω πανικού- και όχι επί τη βάσει σχεδίου. Είναι προφανές ότι η αλλαγή αυτή στάσης επήλθε υπό την πίεση στην οποία βρίσκεται η κυβέρνηση λόγω των χειρισμών της στο μέτωπο της πανδημίας. Ενδεχομένως και υπό την πίεση που της προκάλεσε η αξιωματική αντιπολίτευση με την προαναγγελία του Αλέξη Τσίπρα ότι θα προχωρούσε και εκείνος σε δημόσια δήλωση-απάντηση προς τον πρωθυπουργό αμέσως μετά το τηλεοπτικό μήνυμα του δευτέρου, όπως και έκανε.
Aτολμία απέναντι στην Εκκλησία
Ωστόσο η κυβέρνηση εξακολουθεί να διαχειρίζεται την πανδημία στη λογική να μην έχει πολιτικό κόστος στο συντηρητικό και το υπερορθόδοξο ακροατήριο και έτσι συνεχίζει να επιδεικνύει την ίδια διστακτικότητα και ατολμία απέναντι στην Εκκλησία, στην οποία επιφυλάσσει πάντα διακριτική μεταχείριση έναντι όλων των άλλων τομέων της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.
Εξ ου και η Εκκλησία έμεινε και πάλι εκτός των αποκλεισμών των ανεμβολίαστων από κλειστούς χώρους, σε αντίθεση με τους χώρους του πολιτισμού και της ψυχαγωγίας. Εισέρχεται όμως τώρα και η Εκκλησία στα μέτρα της προηγούμενης πίστας, δηλαδή του υποχρεωτικού τεστ για τους ανεμβολίαστους. Και παρότι αυτό ο κ. Μητσοτάκης το κάνει εκ του ασφαλούς, αφού πατάει στη σχετική εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, πρόκειται για μια μεγάλη προσωπική του παλινωδία, αφού είναι ο ίδιος που απέρριπτε το μέτρο με τον ισχυρισμό ότι είναι ανεφάρμοστο γιατί οι ναοί δεν έχουν… πορτιέρη, αλλά τώρα το κρίνει πλέον εφαρμόσιμο, ανακοινώνοντας ότι θα πραγματοποιείται υπό την επιτήρηση των φορέων της Εκκλησίας αλλά και δειγματοληπτικά από την Πολιτεία.
Και την ίδια ώρα η κυβέρνηση παραμένει προσκολλημένη στις νεοφιλελεύθερες συνταγές της ιδιωτικοποίησης της Υγείας και γι’ αυτό αρνείται να ενισχύσει πραγματικά το ΕΣΥ με τις αναγκαίες προσλήψεις και το άνοιγμα ΜΕΘ και περιορίζεται σε συμφωνίες με ιδιωτικές κλινικές και με ιδιώτες γιατρούς και στις μέχρι στιγμής περίπου 80 επιτάξεις των υπηρεσιών ιδιωτών γιατρών με το αζημίωτο για τη Βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλία που ανακοινώθηκαν.
Την ώρα που στο ΕΣΥ κάνει μπαλώματα με ανακατατάξεις κλινών και προσωπικού εκ των ενόντων, περηφανευόμενη ότι δημιουργεί ΜΕΘ, οι οποίες όμως, όπως καταγγέλλεται από γιατρούς, δεν πληρούν τις πραγματικές προδιαγραφές. Αλλά βέβαια την άρνηση της κυβέρνησης να ενισχύσει ουσιαστικά και σε μόνιμη βάση το ΕΣΥ την έχει αποτυπώσει με πολύ καθαρό τρόπο ο υπουργός Επικρατείας Ακης Σκέρτσος με τη δήλωση ότι «δεν υπάρχει και λόγος να δημιουργήσουμε ένα πολυτελές σύστημα Υγείας το οποίο μετά την πάροδο της πανδημίας θα εκλείψει ο λόγος να έχουμε πάρα πολλές ΜΕΘ».
