Αυτό που δεν έκανε η κυβέρνηση όταν εξαιρούσε τους ναούς από τα τελευταία μέτρα για τους ανεμβολίαστους, το συστήνει τώρα η ίδια η Εκκλησία, εκθέτοντας απολύτως τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Και τον εκθέτει διότι ήταν ο ίδιος που μόλις το προηγούμενο βράδυ στο MEGA, με παράδοξα επιχειρήματα υπεραμυνόταν της απόφασης να μείνει εκτός των μέτρων η Εκκλησία, την οποία με αυτόν τον τρόπο επέμενε να αντιμετωπίζει με διακριτική μεταχείριση έναντι όλων των άλλων τομέων της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, όπως κάνει από την αρχή της πανδημίας μέχρι σήμερα.
Αλλά ας βάλουμε τα πράγματα στη σειρά. Προχθές το βράδυ σε συνέντευξή του στο MEGA, o πρωθυπουργός, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, ισχυριζόταν ότι δεν υπάρχει τρόπος εφαρμογής του μέτρου -εάν υπήρχε θα το συζητούσε, είπε- γιατί «οι εκκλησίες είναι ανοιχτοί χώροι λατρείας» και «δεν υπάρχει κάποιος στην πόρτα» για να κάνει έλεγχο. Μάλιστα πέρα από το παράδοξο επιχείρημα με την… έλλειψη πορτιέρη -λες και είχαν τέτοιο οι ταβέρνες και τα μαγαζιά του λιανεμπορίου-, ο κ. Μητσοτάκης δεν δίστασε να εξισώσει τη μετάβαση στις εκκλησίες με την αγορά τροφίμων, λέγοντας ότι «η πίστη, η έκφραση των θρησκευτικών πεποιθήσεών μας, είναι μια πράξη η οποία έχει κάποια πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Με την ίδια λογική θα βάζαμε την υποχρεωτικότητα και στα σουπερμάρκετ, υπάρχουν και αλλού εξαιρέσεις, ξέρετε». Λες και μιλάμε για το ίδιο επίπεδο πρώτης ανάγκης. Αλλά, βλέπετε, αυτή ήταν η βασική επιχειρηματολογία που πρόβαλλε αυτές τις μέρες το μέγαρο Μαξίμου, με κυβερνητικές πηγές να χαρακτηρίζουν την έκφραση της πίστης «ουσιώδη» και «βασική ανάγκη» και να υποστηρίζουν ότι όπως δεν μπορείς να κόψεις την πρόσβαση στα τρόφιμα, δεν μπορείς να κόψεις την πρόσβαση και στους ναούς.
Μόνο που ήρθε χθες η Εκκλησία να καταρρίψει η ίδια αυτόν τον ισχυρισμό και ουσιαστικά να αποδεχτεί ότι οι ναοί δεν εμπίπτουν στην κατηγορία του… σουπερμάρκετ, αλλά στην κατηγορία της πλειονότητας των κλειστών χώρων. Και πώς το έκανε αυτό; Με εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου που προτρέπει «πατρικώς» τους πιστούς να εμβολιαστούν και τους ανεμβολίαστους να κάνουν rapid ή μοριακό τεστ πριν από την προσέλευση στους ναούς.
Η κίνηση αυτή της Εκκλησίας έφερε βέβαια απόλυτη αμηχανία στην κυβέρνηση, που ένιωσε ότι «αδειάζεται» εντελώς. Εξ ου και προσπαθώντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, έσπευσε μέσω διαρροών να πει ότι η εγκύκλιος δημοσιοποιήθηκε ύστερα από «συνεννόηση» με το μέγαρο Μαξίμου. Κι έπειτα ήρθε να ισχυριστεί το ίδιο και επισήμως, διά στόματος του κυβερνητικού εκπροσώπου.
Ειδικότερα ο Γιάννης Οικονόμου, απαντώντας στην κριτική του Αλέξη Τσίπρα, δήλωσε αρχικά ότι «ο πρωθυπουργός ξεκαθάρισε χθες (σ.σ. προχθές) στη συνέντευξή του ότι και για τους χώρους θρησκευτικής λατρείας πρέπει να ληφθούν όλα τα κατάλληλα μέτρα προστασίας από τον κορονοϊό και ότι ζητούμενο είναι ο τρόπος εφαρμογής τους». Εδώ η κυβέρνηση επιχειρεί ασφαλώς να κάνει το μαύρο άσπρο, πατώντας στην αποστροφή του κ. Μητσοτάκη ότι «εάν υπήρχε τρόπος εφαρμογής του μέτρου» θα το συζητούσε, αλλά το τι στ’ αλήθεια ξεκαθάρισε ο πρωθυπουργός το παραθέσαμε παραπάνω.
Ευθύ ψέμα
Κι έπειτα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είπε ότι «σήμερα (σ.σ. χθες) το πρωί ύστερα από επικοινωνία του Γραφείου του Πρωθυπουργού με την Εκκλησία της Ελλάδος έγιναν όλα όσα χρειάζεται να γίνουν με σοβαρότητα, συνεργασία και αποτελεσματικότητα». Μόνο που όσο και αν η κυβέρνηση προσπαθεί να διεκδικήσει μερίδιο από τη δημοσιοποίηση της εγκυκλίου, η ίδια η εγκύκλιος τη διαψεύδει, αφού αναφέρει ρητά ότι η σχετική απόφαση ελήφθη «εν τη Συνεδρίᾳ της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της 3ης μηνός Νοεμβρίου», δηλαδή μία μέρα πριν από την περιβόητη επικοινωνία Μαξίμου-Εκκλησίας. Το ίδιο προκύπτει και από κύκλους της Εκκλησίας που επιβεβαίωναν μεν ότι υπήρξε επικοινωνία χθες με το πρωθυπουργικό περιβάλλον, αλλά σημείωναν ότι η πρόθεση της Εκκλησίας να προχωρήσει στην εγκύκλιο υπήρχε ούτως ή άλλως.
Οι ίδιοι εκκλησιαστικοί κύκλοι έλεγαν ακόμα ότι στο πλαίσιο της σταθερής επικοινωνίας και με την αξιωματική αντιπολίτευση, η Εκκλησία ήταν ενήμερη για την πρόθεση του ΣΥΡΙΖΑ να καταθέσει τη σχετική τροπολογία, αν και εκφράζουν από την πλευρά της μια ενόχληση ως προς τον τρόπο παρουσίασης του ζητήματος. Μετά την κατάθεση της τροπολογίας ο Αλέξης Τσίπρας ενημέρωσε σχετικά τον αρχιεπίσκοπο, μέσω τηλεφωνικής τους επικοινωνίας, ενώ χαρακτήρισε «στη σωστή και αυτονόητη κατεύθυνση για την προστασία της ανθρώπινης ζωής» την εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, σημειώνοντας ότι «η Εκκλησία προτείνει αυτό που δεν τολμά η κυβέρνηση να εφαρμόσει» και προσθέτοντας πως «η πολιτεία οφείλει να αναλαμβάνει τις ευθύνες της και να μην τις πετά στην Εκκλησία για συστάσεις προς τους ανεμβολίαστους συμπολίτες μας».
Για λαϊκισμό στο ζήτημα της προσέλευσης των ανεμβολίαστων πιστών στις εκκλησίες κατηγόρησε την κυβέρνηση ο υποψήφιος για την ηγεσία του ΚΙΝ.ΑΛΛ. Ανδρέας Λοβέρδος, δηλώνοντας (Radio North 98, Θεσσαλονίκη) ότι το κόμμα του θα υπερψηφίσει την τροπολογία του ΣΥΡΙΖΑ, λέγοντας: «Εγώ επειδή εκκλησιάζομαι πήγα στις περιοδείες μου σε εκκλησίες που τηρούνται τα μέτρα κατά γράμμα από τους ιερείς, από τους πιστούς, από όλους και πήγα και σε εκκλησίες που γινόταν… πατείς με, πατώ σε! Δεν πρέπει να γίνεται αυτό».
Αλλά η χαρακτηριστική διστακτικότητα, η ατολμία και η ειδική μεταχείριση με την οποία αντιμετωπίζει η κυβέρνηση την Εκκλησία είναι καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας, καθώς φοβάται ότι θα δυσαρεστήσει το συντηρητικό και το υπερορθόδοξο ακροατήριο. Εξ ου και βλέπουμε συχνά η Εκκλησία να εξαιρείται από μέτρα που επιβάλλονται σε όλες τις άλλες δραστηριότητες της κοινωνικής και οικονομικής ζωής ή να εφαρμόζονται εν τέλει και στους ναούς μόνο ύστερα από μεγάλη καθυστέρηση και έντονες αντιδράσεις.
Εχουν παρελθόν
Ενδεικτικά θυμίζουμε την κυνική ομολογία του Αδ. Γεωργιάδη ότι η κυβέρνηση αγνόησε τις εκκλήσεις κάποιων ειδικών και δεν προέβη νωρίτερα στην επιβολή λοκντάουν στη Θεσσαλονίκη τον περσινό Οκτώβριο «από σεβασμό στην παράδοση, στην Ορθοδοξία και στην πίστη» πριν από τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου. Θυμίζουμε ακόμα τις κυβερνητικές παλινωδίες και αμφιταλαντεύσεις πριν να φτάσουμε τελικά στο κλείσιμο των ναών το Πάσχα του 2020, για το οποίο τώρα ο πρωθυπουργός υπερηφανεύεται, αλλά αυτό ήρθε έπειτα από σφοδρές αντιδράσεις, αφού πρώτα η κυβέρνηση είχε φτάσει στο σημείο να δώσει το ελεύθερο στους πολίτες να παρακάμπτουν τους περιορισμούς για τις μετακινήσεις για να πάνε στις εκκλησίες.
Θυμίζουμε και την ολική υποχώρηση της πολιτείας απέναντι στις απαιτήσεις της Εκκλησίας σχετικά με τους όρους ανοίγματος των ναών εν όψει των Χριστουγέννων, όπου η κυβέρνηση, μετά τη σχετική συμφωνία Μητσοτάκη-Ιερώνυμου, ζήτησε από την επιτροπή ουσιαστικά να επικυρώσει τις προειλημμένες αποφάσεις της για χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων, με νέα γνωμοδότηση, μεταθέτοντας όλη την ευθύνη για τις δικές της επιλογές στους ειδικούς. Αλλά και στο πλαίσιο αυστηροποίησης του λοκντάουν μετά την Πρωτοχρονιά, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι οι εκκλησίες θα είναι κλειστές στους πιστούς και δεν θα ανοίξουν για λειτουργίες τα Φώτα, αντίθετα με ό,τι είχε συμβεί τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά.
Μετά τις αντιδράσεις από τους ιεράρχες η κυβέρνηση παραχώρησε αρχικά την προσέλευση πιστών για ατομική λατρεία, όπως ίσχυσε στις γιορτές πριν από την αυστηροποίηση του λοκντάουν, και μετά τα έδωσε όλα. Κι όλα αυτά ενώ κανένας δεν μιλάει σήμερα για το μεγάλο θέμα που κάνει τζιζ, τη θεία κοινωνία που πραγματοποιείται κανονικά.
