Απροκάλυπτη είναι πλέον η ευθεία παρέμβαση της κυβέρνησης στη Δικαιοσύνη υπέρ των αστυνομικών που κατηγορούνται για ανθρωποκτονία από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο στην υπόθεση του Περάματος, με τον αρμόδιο υπουργό Προστασίας του Πολίτη Τάκη Θεοδωρικάκο να μη διστάζει να πανηγυρίσει, δηλώνοντας ανοιχτά την «ικανοποίησή» του για το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι χωρίς περιοριστικούς όρους, όταν η υπόθεση παραμένει απολύτως ανοιχτή, η ανάκριση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και οι αστυνομικοί εξακολουθούν να βαρύνονται με το κακουργηματικό κατηγορητήριο.
Με αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση όχι μόνο ασκεί ασφυκτική πίεση στη Δικαιοσύνη για το πού να γείρει την πλάστιγγα της δικαστικής κρίσης, αλλά στέλνει και μήνυμα σε κάθε είδους θύλακα στο εσωτερικό της ΕΛ.ΑΣ., κάλυψης και ενθάρρυνσης της αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας χωρίς όρια, οπλίζοντας το χέρι κάθε επίδοξου Κορκονέα…
Η νέα παρέμβαση του κ. Θεοδωρικάκου (27.10.2021), με την οποία δηλώνει «την ικανοποίησή» του «που η ανεξάρτητη δικαιοσύνη έκρινε και αποφάσισε να αφεθούν ελεύθεροι οι εφτά αστυνομικοί χωρίς κανέναν περιοριστικό όρο», κατ’ αρχάς έρχεται να αγνοήσει επιδεικτικά τα στοιχεία που βγαίνουν στο φως σε βάρος των αστυνομικών, μεταξύ των οποίων ότι οι ομάδες ΔΙΑΣ είχαν διαβιβάσει στο κέντρο το γεγονός ότι καταδιώκουν Ρομά, καθώς και ότι παραβίασαν ρητή εντολή απεμπλοκής από το Κέντρο Επιχειρήσεων. Και είναι μια δήλωση που θα ταίριαζε σε συνήγορο υπεράσπισης, αλλά σίγουρα όχι στον αρμόδιο υπουργό.
Κατά δεύτερον, έρχεται ουσιαστικά να τινάξει στον αέρα την πειθαρχική έρευνα κατά των αστυνομικών που υποτίθεται ότι διέταξε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, αφού έχει φροντίσει πλέον ο ίδιος να στείλει το μήνυμα για το ποιο αποτέλεσμα θα τον κρατούσε «ικανοποιημένο». Και, τρίτον, επιβεβαιώνει ότι και η πρώτη παρέμβαση του Τ. Θεοδωρικάκου με την επίσκεψή του στους συλληφθέντες αστυνομικούς δεν ήταν απλώς ένα φάουλ και βέβαια δεν είχε «αποκλειστικά ανθρώπινο και συμβολικό χαρακτήρα», όπως τότε ισχυρίστηκε, αλλά είχε συγκεκριμένη στόχευση.
Το ποια ήταν η στόχευση αυτή επιβεβαιώνεται και από τους πανηγυρισμούς του Αδωνη Γεωργιάδη (28.10.2021), που έσπευσε να κάνει νέα ανάρτηση, γεμάτη ειρωνείες, ρωτώντας αν «τώρα άραγε μπορώ να πω ένα μπράβο στην Ελληνική Δικαιοσύνη για την απόφασή της να αφήσει ελεύθερους και άνευ περιοριστικών όρων τους 7 αστυνομικούς» και αν «πάλι θα στενοχωρηθούν» όσοι τον επέκριναν –μεταξύ των οποίων και η «Εφ.Συν.»– για την ωμή παρέμβασή του στη Δικαιοσύνη με τα αρχικά «μπράβο» του στους αστυνομικούς και στη συνέχεια με την προσπάθειά του να δώσει την υπερασπιστική γραμμή των κατηγορουμένων σε σχέση με όλα όσα διερευνώνται σε βάρος τους.
Αλλωστε, ως γνήσιος ακροδεξιός –ήδη από την εποχή που ήταν στον ΛΑΟΣ αλλά ασφαλώς και στη συνέχεια στη Ν.Δ.– ο Αδ. Γεωργιάδης δεν χάνει ευκαιρία να ξεδιπλώσει τη ρατσιστική ατζέντα του και διαχρονικά στο στόχαστρό του βρίσκονται ευάλωτες, περιθωριοποιημένες ομάδες όπως οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, οι ομοφυλόφιλοι και βέβαια οι Ελληνες Ρομά. Αρκεί κανείς να ρίξει μια ματιά στις ερωτήσεις που όλα αυτά τα χρόνια καταθέτει στη Βουλή για να το διαπιστώσει.
Τώρα ο κ. Γεωργιάδης –όπως και ο Τ. Θεοδωρικάκος– πανηγυρίζει για την απόφαση μη προφυλάκισης των αστυνομικών, αφού προηγουμένως ο ίδιος και η κυβέρνηση ασκούσαν αφόρητη πίεση στη Δικαιοσύνη να τους μεταχειριστεί ευνοϊκά. Αλλά κυρίως αισθάνεται δικαίωση για το γεγονός ότι η κυβέρνηση υιοθετεί και πάλι τη δική του γραμμή, αφού ο Κυρ. Μητσοτάκης διαρκώς επιλέγει να ενισχύει την ακροδεξιά κυβερνητική στροφή, θέλοντας να χαϊδέψει το ακροδεξιό ακροατήριο στο οποίο επένδυσε προεκλογικά την περίοδο που φορούσε τη στολή του «μακεδονομάχου», αλλά τώρα αισθάνεται ότι το έχει δυσαρεστήσει τόσο με την αλλαγή στάσης του στο Μακεδονικό όσο και με το ζήτημα του εμβολιασμού.
