Οι φλόγες των πύρινων μετώπων στην Εύβοια, την Αττική και τις υπόλοιπες περιοχές δεν έκαψαν μόνο τον φυσικό πλούτο, τα σπίτια, τις επιχειρήσεις και τις περιουσίες χιλιάδων ανθρώπων. Τσουρουφλίζουν και μουτζουρώνουν σημαντικά το προφίλ της κυβέρνησης και του Κυριάκου Μητσοτάκη, οι οποίοι, παρά την απέλπιδα προσπάθεια επικοινωνιακής διαχείρισης και απομείωσης της πολιτικής ζημιάς που έχουν υποστεί, είναι αδύνατον να κρύψουν στην αιθαλομίχλη τις βαρύτατες ευθύνες τους για την εθνική τραγωδία που βιώνει η χώρα και οι πυρόπληκτοι συμπολίτες μας.
Τα ερωτήματα που θέτουν και οι καταγγελίες που δημοσιοποιούν οι φορείς και κάτοικοι στις τοπικές κοινωνίες που έχουν πληγεί, οι εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης καθώς η αντιπολίτευση, εκτός από πολλά και ιδιαίτερα σοβαρά, καταλήγουν σχεδόν όλα στην ίδια διαπίστωση, ότι δηλαδή το επιτελικό κράτος της Ν.Δ. και του πρωθυπουργού ήταν απλά ένα ευφυολόγημα που έγινε στάχτη με το πρώτο ξέσπασμα των πυρκαγιών.
Το πρώτο σημείο στο οποίο εστιάζεται η κριτική πολιτών και κομμάτων είναι το γεγονός ότι η βοήθεια της πολιτείας και των σωστικών μέσων ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Δεκάδες και συγκλονιστικές ήταν οι μαρτυρίες από τα φλεγόμενα χωριά για τις μάχες που έδινε και δίνει μόνος του ο κόσμος για να σώσει ό,τι μπορεί να σωθεί, για τα άφαντα εναέρια μέσα και την ισχνή παρουσία πυροσβεστικών δυνάμεων. Στην πραγματικότητα το μοναδικό απτό σχέδιο της κυβέρνησης απέναντι στις μανιασμένες πύρινες γλώσσες ήταν οι εκκενώσεις σπιτιών, οικισμών και χωριών, προκειμένου να μη θρηνήσουμε θύματα. Και ευτυχώς δεν έχουν υπάρξει μέχρι στιγμής, διότι η καταστροφή θα εξελισσόταν σε θρήνο.
Δεύτερο τρωτό σημείο για την κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι τα καθυστερημένα αντανακλαστικά που επέδειξε, η υποτίμηση των κινδύνων οι οποίοι ελλόχευαν από τον παρατεταμένο καύσωνα που είχε προηγηθεί και, όπως είναι νωπό στη μνήμη όλων, η αβάσταχτη ελαφρότητα με τον χλευασμό και τις ειρωνείες που χρησιμοποίησε για να απαντήσει στις προτάσεις επιστημόνων και πολιτικών αξιωματούχων οι οποίοι συνιστούσαν έγκαιρα μέτρα προστασίας και εγρήγορση. Στο αντίποδα, κι ενώ οι φωτιές έκαιγαν επί περίπου μία εβδομάδα, μόλις το βράδυ της περασμένης Τρίτης ζήτησε την ενεργοποίηση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας (rescEU), με συνέπεια να χαθεί πολύτιμος χρόνος στο έργο της κατάσβεσης και της ενίσχυσης των Ελλήνων πυροσβεστών με ξένες αποστολές, αεροσκάφη και ελικόπτερα.
Επόμενη ασυγχώρητη ολιγωρία που καταλογίζεται στους ενοίκους του Μαξίμου είναι ο κακός συντονισμός για τη χρήση των πτητικών και άλλων πυροσβεστικών μέσων. Μάλιστα επιχειρώντας να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα οι συνεργάτες του πρωθυπουργού κούνησαν με τρόπο προκλητικό το δάχτυλο σε όσους τους επικρίνουν για την ανεπάρκειά τους αυτή, με τον υφυπουργό Επικρατείας, Ακη Σκέρτσο, να κάνει λόγο για «σπέκουλα για τα δήθεν ανεπαρκή μέσα στην αντιμετώπιση της πρωτοφανούς κρίσης».
Ειδικότερα ο κ. Σκέρτσος, κλείνοντας τα αυτιά στις αγωνιώδεις εκκλήσεις των κατοίκων από τις περιοχές που καίγονται αβοήθητες, προέβη σε μια γενική παρουσίαση των εναέριων μέσων, του πυροσβεστικού προσωπικού και των κονδυλίων που διαθέτει η χώρα για πυροπροστασία, χωρίς όμως να εξειδικεύει το σχέδιο της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της πύρινης λαίλαπας στις πραγματικές συνθήκες. Δεν απάντησε δηλαδή, όπως όφειλε, ποια είναι και πού επιχειρούν τα 74 αεροπλάνα, πόσοι είναι οι πυροσβέστες στο πεδίο και πώς εξηγείται οι πολίτες να διαμαρτύρονται ότι βλέπουν τα σπίτια και τα χωριά τους να γίνονται παρανάλωμα του πυρός.
Το τέταρτο και απολύτως ενδεικτικό σημείο του κυβερνητικού πανικού εξαιτίας του βατερλό και της αγανάκτησης που κατακλύζει τους πληγέντες είναι η τακτική που ακολουθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος, πλην της περιοδείας-αστραπή στην Ηλεία όταν κινδύνευσε ο αρχαιολογικός χώρος στην Αρχαία Ολυμπία και μιας σύντομης επίσκεψης στο Κινητό Συντονιστικό Κέντρο της Πυροσβεστικής στην Βαρυμπόμπη, δεν έχει πάει σε καμία περιοχή που καίγεται.
Στο πλαίσιο της ίδιας επικοινωνιακής πολιτικής, ώστε να μη βρεθεί αντιμέτωπος με την οργή των πολιτών στα καμένα, ο πρωθυπουργός περιορίζει τις δημόσιες παρεμβάσεις του είτε μέσω του βιντεοσκοπημένου τηλεοπτικού του μηνύματος το βράδυ της Πέμπτης είτε επισκεπτόμενος το Ενιαίο Κέντρο Επιχειρήσεων του Πυροσβεστικού Σώματος στο Χαλάνδρι, από όπου και οι όποιες δηλώσεις του, χωρίς ποτέ μέχρι τώρα να παρίστανται δημοσιογράφοι και κάμερες, εκτός από τον προσωπικό του φωτογράφο και κάποιους επιτελείς του.
Πέμπτον, παρόμοια πολιτική σιωπής και συσκότισης έχουν υιοθετήσει και όλα τα υπόλοιπα -αρμόδια για την ενημέρωση του πληθυσμού- στελέχη του Μαξίμου, τα οποία όλες τις μέρες του πύρινου ολέθρου έχουν φροντίσει επιμελώς να μείνουν εκτός κάδρου και στο παρασκήνιο των εξελίξεων, αν και ο ρόλος τους είναι να πράττουν ακριβώς το αντίθετο.
Παραδίδοντας τη σκυτάλη των αρμοδιοτήτων τους κατά βάση στον υφυπουργό Πολιτικής Προστασίας, Νίκο Χαρδαλιά, ο οποίος κρίνεται πιο έμπιστος στον κ. Μητσοτάκη, και δευτερευόντως στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, η κυβερνητική εκπρόσωπος Αριστοτελία Πελώνη έχει εξαφανιστεί από τα ραντάρ των ΜΜΕ, ένα γεγονός που καυτηριάζεται καθημερινά όχι μόνο στα social media αλλά ακόμη και από φίλα προσκείμενους στην κυβέρνηση πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους.
Μόλις χθες η κ. Πελώνη, αντί εξηγήσεων, διάλεξε να εξαπολύσει επίθεση προς τους επικριτές της και μέσω ενός tweet που ανάρτησε, έγραψε: «Σταματήστε επιτέλους τα fake news! Ολοι είμαστε εδώ και οτιδήποτε άλλο το διαψεύδω κατηγορηματικά. Αυτές τις κρίσιμες ώρες, είναι επιλογή της κυβέρνησης η ενημέρωση να είναι επιχειρησιακή και να γίνεται από τον κ. Χαρδαλιά δύο φορές την ημέρα». Παρέλειψε βεβαίως να σημειώσει ότι στις σχετικές ενημερώσεις δεν επιτρέπεται η παρουσία εκπροσώπων του Τύπου, που σημαίνει ότι πρόκειται για ενημέρωση ελεγχόμενη και απολύτως προστατευμένη, αφού δεν γίνονται ερωτήσεις και άρα δεν υπάρχει έλεγχος της κυβερνητικής εξουσίας.
