Αποστολή στις Βρυξέλλες
Μακριά από οποιαδήποτε νέα μέτρα λιτότητας οριστικοποιήθηκε το δισέλιδο κείμενο απόφασης του Eurogroup χτες το βράδυ. Το κείμενο αποτέλεσε αντικείμενο επεξεργασίας σε μια έντονη παρασκηνιακή διαδικασία, ενώ οι διαβουλεύσεις συνεχίστηκαν και εντός της αίθουσας της συνεδρίασης, η οποία καθυστέρησε να ξεκινήσει τρεισήμισι ώρες.
Βάσει του κειμένου, για το οποίο το «πράσινο φως» έδωσε και το Μαξίμου, η ελληνική κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να μην εφαρμόσει υφεσιακά μέτρα, υπό την προϋπόθεση ότι με τις αποφάσεις της δεν θα υπάρχει δημοσιονομικό κόστος και δεν θα κινδυνεύσει η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η Αθήνα ως τη Δευτέρα πρέπει να αποστείλει λίστα με νομοθετικές πρωτοβουλίες για την πάταξη της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Επίσης, οι πόροι του ΤΧΣ δεσμεύονται για τέσσερις μήνες, ενώ αφήνεται «ανοιχτό» το όριο του πρωτογενούς πλεονάσματος που θα πρέπει να τηρήσει η ελληνική κυβέρνηση.
Αλλαγή σελίδας
Το σαφώς ικανοποιημένο Μαξίμου μιλούσε για «αλλαγή σελίδας», καθώς και πως «διαπραγμάτευση έγινε και η χώρα προχωρά χωρίς Μνημόνια». Κυβερνητικοί κύκλοι σημείωναν μάλιστα ότι «επετεύχθη να δοθεί ικανοποιητικός χρόνος για τη διαπραγμάτευση, ενώ οι εκβιασμοί έπεσαν στο κενό» με δεδομένο ότι το ελληνικό αίτημα για «επέκταση της δανειακής σύμβασης έγινε τελικά δεκτό επί της αρχής και αποτελεί βάση περαιτέρω αποφάσεων».
Παράλληλα υπογράμμιζαν ότι τα υφεσιακά μέτρα του «email Χαρδούβελη» πλέον εγκαταλείπονται, όπως και οι δεσμεύσεις για υπέρογκα και εξωπραγματικά πρωτογενή πλεονάσματα. «Παρελθόν» για την κυβέρνηση αποτελεί όμως και το σχήμα της τρόικα, μαζί με την «υπερεξουσία» που κατείχε. Κυβερνητικά στελέχη υπογράμμιζαν ότι η αναφορά σε «κατάλληλα πρωτογενή πλεονάσματα», ανάλογα με την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, σημαίνει τέλος στο στόχο του 3,0% του ΑΕΠ για το 2015.
«Η Ελλάδα σήμερα βγήκε από τη μοναχική απομόνωση που βρισκόταν τα τελευταία 5 χρόνια των μνημονίων στο γιούρογκρουπ, επειδή διανοηθήκαμε τη ρήξη και είπαμε την αλήθεια» δήλωσε εξ άλλου ο Γιάνης Βαρουφάκης, συμπληρώνοντας ότι «συνδυάσαμε την λογική με την ιδεολογία, το σεβασμό στους κανόνες με τη δημοκρατία».
Επισήμανε δε ότι η κυβέρνηση όποια μεταρρύθμιση εισάγει αναφορικά με τα εργασιακά, τα κόκκινα δάνεια και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, δεν θα έχουν αρνητικό δημοσιονομικό αντίκτυπο. «Μας περιμένει ένα Σαββατοκύριακο χαράς και δημιουργίας, επειδή η Ελλάδα αφήνει πίσω το Μνημόνιο» υπογράμμισε χαρακτηριστικά.
Το καυτό παρασκήνιο
Το παρασκήνιο πάντως ήταν «καυτό», με τις εκτιμήσεις για το αν θα υπάρξει τελικά συμφωνία να ποικίλλουν και τα αισιόδοξα σενάρια να εναλλάσσονται με τα απαισιόδοξα. Οι επικεφαλής του Eurogroup, του ΔΝΤ και ο επίτροπος Οικονομικών συναντώνταν τη μια φορά με τον Γιάνη Βαρουφάκη και την άλλη με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, με τους δύο τελευταίους όμως να μη βρίσκονται ποτέ την ίδια ώρα στο δωμάτιο.
Η ελληνική πλευρά, έχοντας διανύσει αρκετά «χιλιόμετρα» προς τους εταίρους της και περιμένοντας και την απέναντι πλευρά να πλησιάσει το σημείο σύγκλισης, ξεκαθάρισε από νωρίς ότι δεν υπάρχει άλλο περιθώριο μετακίνησης.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έστειλε άλλωστε ηχηρό πολιτικό «μήνυμα» στους εταίρους. Ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε ότι «η Ελλάδα έχει κάνει ό,τι ήταν δυνατό, προκειμένου να βρεθεί μια αμοιβαία επωφελής λύση με βάση την αρχή του διπλού σεβασμού», δηλαδή του σεβασμού στους κανόνες της Ε.Ε. και στη λαϊκή ετυμηγορία στα κράτη-μέλη.
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε με νόημα ότι «η ώρα των ιστορικών πολιτικών αποφάσεων για το μέλλον της Ευρώπης έφτασε». Ο Αλέξης Τσίπρας κρατούσε ανοιχτή την επικοινωνία με τον Φρανσουά Ολάντ και τον Ματέο Ρέντσι και επιχειρώντας να αυξήσει τις πιέσεις, είπε στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, λίγα λεπτά πριν ξεκινήσει επισήμως το Eurogroup, ότι θα ζητήσει τη σύγκληση της συνόδου κορυφής.
Οι πρωτοβουλίες όμως δεν περιορίζονταν μόνο στις δύο αντικρουόμενες απόψεις, καθώς οι Σοσιαλδημοκράτες υπουργοί Οικονομικών είχαν άτυπες συζητήσεις, πιέζοντας να υπάρξει κοινή απόφαση. Συγκεκριμένα οι Μισέλ Σαπέν και Πιερ Κάρλο Παντοάν ανέλαβαν τον ρόλο του «διαμεσολαβητή» ανάμεσα στην ελληνική πλευρά και το «μέτωπο» των Γερμανών και των συμμάχων τους. Η Κομισιόν επισήμως και ανεπισήμως πάντως έλεγε ότι το ελληνικό αίτημα βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο είχε επιφυλάξεις για το εάν θα υπάρξει συμφωνία.
