Η είδηση της επικείμενης απελευθέρωσης των δύο Ελλήνων στρατιωτικών χτύπησε συναγερμό στην Αθήνα χθες το μεσημέρι. Είχε προηγηθεί επικοινωνία μεταξύ επιτελών των υπουργείων Αμυνας των δύο χωρών και είχε γίνει γνωστό πως οι δύο Ελληνες μπορούν να επιστρέψουν σύντομα στην Αθήνα, καθώς η απόφαση του τουρκικού δικαστηρίου ήταν απαλλακτική γι’ αυτούς.
Αμέσως κινητοποιήθηκε ο πολιτικός μηχανισμός των υπουργείων Αμυνας και Εξωτερικών και αποφασίστηκε να αναχωρήσει το πρωθυπουργικό αεροσκάφος για την Αδριανούπολη ώστε να παραλάβει τους Ελληνες στρατιωτικούς. Στο αεροπλάνο επέβαιναν ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Κατρούγκαλος και ο υπαρχηγός ΓΕΕΘΑ, αντιστράτηγος Κωνσταντίνος Φλώρος.
Πώς έσπασε ο πάγος
Το πρωθυπουργικό αεροσκάφος έφτασε λίγο μετά τα μεσάνυχτα στην Αδριανούπολη και εν συνεχεία υπήρξε αναμονή περίπου για μιάμιση ώρα μέχρι να φτάσει στο αεροδρόμιο η πτήση στην οποία επέβαιναν οι δύο Ελληνες. Το τυπικό της παράδοσης επιμελήθηκε η Ελληνίδα πρόξενος στην Αδριανούπολη. Εν συνεχεία το αεροσκάφος αναχώρησε για τη Θεσσαλονίκη.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Εφ.Συν.», εκείνος που έσπασε τον πάγο κατά τη διάρκεια της πτήσης και άρχισε να μιλάει με τους δύο Ελληνες ήταν ο υπαρχηγός ΓΕΕΘΑ.
Αντιλαμβανόμενος την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν (καταπονημένοι ψυχολογικά μεν, ανακουφισμένοι δε από την εξέλιξη της υπόθεσής τους) συζήτησε μαζί τους και τους εμψύχωσε για τη συνέχεια, δίνοντάς τους να καταλάβουν ότι η περιπέτειά τους, που κράτησε σχεδόν 170 μέρες, είχε πλέον οριστικά τελειώσει.
Εν συνεχεία στη συζήτηση πήρε μέρος και ο κ. Κατρούγκαλος και οι στρατιωτικοί άρχισαν πλέον να νιώθουν πραγματικά άνετα και να συνειδητοποιούν πως όντως επιστρέφουν στην πατρίδα.
Η απελευθέρωση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών εκτιμάται πως ήταν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού γεγονότων. Από τη μια πλευρά ήταν η διεθνοποίηση του θέματος και οι διπλωματικές κινήσεις από πλευράς κυβέρνησης σε όλα τα φόρα, όταν διαπιστώθηκε πως η Τουρκία είχε αποφασίσει να τραβήξει ώς εκεί που δεν παίρνει ένα συνηθισμένο θέμα και, από την άλλη, καταλυτικό ρόλο έπαιξε η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η γειτονική χώρα το τελευταίο διάστημα.
Σημαντικό ρόλο έπαιξε η συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν πριν από περίπου 35 μέρες στις Βρυξέλλες και στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ.
Και την καθιστά σημαντική το γεγονός πως εκεί ξεκαθαρίστηκε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να μπει ποτέ σε κανένα παζάρι συναλλαγής των 2 με τους 8 Τούρκους αξιωματικούς που είχαν ζητήσει άσυλο στη χώρα μας, παρά το γεγονός ότι κάποιοι στην εγχώρια πολιτική σκηνή (τόσο από πλευράς ΑΝ.ΕΛΛ. όσο και η Ντόρα Μπακογιάννη από τη Ν.Δ.) καλόβλεπαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Σε εκείνη τη συνάντηση ο Αλέξης Τσίπρας είχε δηλώσει με νόημα: «Τα λόγια μου είναι μετρημένα, ωστόσο πρέπει να σας πω ότι βγαίνοντας από τη συνάντηση έχω περισσότερες ελπίδες από ό,τι πριν μπω στη συνάντηση αυτή. Δεν ήταν μια εύκολη συνάντηση, γι’ αυτό διήρκεσε σχεδόν δύο ώρες».
Ενώ στη συνέχεια, είχε αναφέρει σχετικά με τη συζήτηση που έγινε για το ζήτημα των δύο στρατιωτικών, στη συνέντευξη Τύπου μετά τη Σύνοδο:
«Στον πρόεδρο Ερντογάν έδωσα να καταλάβει, ή ελπίζω τουλάχιστον, ότι το ζήτημα των οκτώ δεν μπορεί να συσχετίζεται με το ζήτημα των δύο. Είναι άλλο θέμα όταν κάποιος ζητά άσυλο και ακολουθούνται οι προβλεπόμενες διαδικασίες και βεβαίως υπεύθυνη για τις αποφάσεις είναι η ανεξάρτητη σε ένα κράτος δικαίου, όπως η Ελλάδα, δικαιοσύνη και άλλο ζήτημα είναι αυτό που αφορά τη σύλληψη και την κράτηση δύο στρατιωτικών που κατά τη διάρκεια επιχείρησης ρουτίνας, που αφορά την επίβλεψη των συνόρων, πέρασαν κατά λάθος, κατά κάποια μέτρα, στην άλλη πλευρά».
Από εκεί και πέρα το ζήτημα είχε τεθεί ουκ ολίγες φορές στις γερμανοτουρκικές και αμερικανοτουρκικές συνομιλίες, ενώ τέθηκε και στη συνάντηση Πούτιν-Ερντογάν τον Απρίλιο, αφού λίγες μέρες πριν είχε αναφερθεί σχετικά ο πρωθυπουργός σε επικοινωνία του με τον Ρώσο πρόεδρο. Επαναλαμβανόμενες παρεμβάσεις είχε κάνει και ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα, Τζέφρι Πάιατ.
Αν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και το γεγονός ότι η Τουρκία λόγω της πολιτικής Ερντογάν άνοιξε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα, τα οποία δεν μπορεί πλέον να διαχειριστεί, ήταν πλέον ζήτημα χρόνου μια κίνηση καλής θέλησης, τόσο απέναντι στην Ελλάδα, αλλά κυρίως απέναντι στην Ευρώπη.
Με απλά λόγια, η Τουρκία προέβη σε αυτήν την κίνηση αναγνωρίζοντας ότι το ανωτέρω ζήτημα είχε -μετά από τις ανωτέρω ελληνικές ενέργειες- καταστεί καίριας σημασίας για την επανεκκίνηση των ευρωτουρκικών σχέσεων.
Το τιτίβισμα του πρωθυπουργού
Ο πρωθυπουργός χαιρέτισε την αποφυλάκιση των δύο Ελλήνων με μήνυμα στο twitter: «Θέλω να συγχαρώ και να ευχαριστήσω τους δύο αξιωματικούς μας και τις οικογένειές τους, για το σθένος, την υπομονή και την εμπιστοσύνη στις προσπάθειες όλων μας, που εν τέλει δικαιώθηκαν. Αγγελε και Δημήτρη, καλή πατρίδα και καλή λευτεριά», έγραψε ενώ επικοινώνησε τηλεφωνικά και με τους γονείς τους.
