Η πολιτική και οικονομική επικαιρότητα έδινε πρόσφορο έδαφος για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.
Η αντιπαράθεση του πρωθυπουργού με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη Βουλή ανέδειξε, όμως, ξανά την αδυναμία διαμόρφωσης κοινής συνθετικής «γραμμής» για τα μεγάλα ζητήματα.
Στην ημερήσια διάταξη ήταν το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής για τα «θαλασσοδάνεια» κομμάτων και επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, ενώ οι εξελίξεις επέβαλλαν να τοποθετηθούν οι πολιτικοί αρχηγοί και στο θέμα της διαπραγμάτευσης.
Στο πρώτο ζήτημα ακούσαμε τον πρωθυπουργό να αξιοποιεί τα πολύ σοβαρά ευρήματα της επιτροπής και να βάλλει εναντίον των κυβερνήσεων Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, που υπέθαλψαν ή παρότρυναν τη λειτουργία ενός συστήματος που μοίραζε σε λίγους και εκλεκτούς δάνεια εκατομμυρίων.
Ενός συστήματος που άφησε πίσω του χρεοκοπημένες επιχειρήσεις με χρέη εκατοντάδων εκατομμυρίων και στρατιές ανέργων.
Στο θέμα της αξιολόγησης, η κυβέρνηση βρίσκεται κυριολεκτικά «στριμωγμένη».
Οι σκληροί εταίροι και οι δανειστές δεν υποχωρούν από τις ακραίες απαιτήσεις τους, με αποτέλεσμα να έχει προκύψει αδιέξοδο.
Ο πρωθυπουργός θέλησε να διαβεβαιώσει τους πολίτες ότι νέα μέτρα δεν θα ληφθούν για το διάστημα μετά το τέλος του προγράμματος και εμφανίστηκε βέβαιος ότι η δεύτερη αξιολόγηση θα κλείσει εγκαίρως λόγω των διεθνών συμμαχιών της Αθήνας.
Θα περίμενε κανείς από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης να διατυπώσει συγκεκριμένες προτάσεις και για τα δύο θέματα.
Δυστυχώς, είδαμε τον Κυρ. Μητσοτάκη όχι μόνο να μη δείχνει την παραμικρή πολιτική και θεσμική ευαισθησία που επιβάλλει ο ρόλος του, αλλά να ζητά από την κυβέρνηση να παραιτηθεί.
Μπροστά δηλαδή στην κοινωνική απαίτηση της κάθαρσης στο πολιτικό και το τραπεζικό σύστημα και σε μια αδιέξοδη κατάσταση, που θέτει ολόκληρη τη χώρα σε κίνδυνο, εκείνος επέλεξε τη σκιαμαχία, τις υπεκφυγές, το στενά κομματικό συμφέρον του.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει. Θα έχει το σθένος το πολιτικό σύστημα να αναζητήσει το σχέδιο για μια χώρα χωρίς επιτροπεία, με λαϊκή κυριαρχία, απαλλαγμένη από τις στρεβλώσεις που υπονομεύουν επί δεκαετίες την ισονομία και την ισοπολιτεία;
Μια κοινωνία αλληλεγγύης και δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα;
Ή θα αναλώνεται σε στείρες αντιπαραθέσεις που αυξάνουν την αναξιοπιστία απέναντι στην πολιτική και ενισχύουν τον ακροδεξιό λαϊκισμό;
