Για δεύτερη φορά ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ προκάλεσε χθες τον Αλέξη Τσίπρα, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος επιδίωξε τη φορολόγηση του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου αλλά η πρότασή του δεν έγινε δεκτή από την ελληνική πλευρά.
Θέλησε έτσι ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να φέρει σε δύσκολη θέση τον Ελληνα πρωθυπουργό και να απαντήσει στην κατηγορία που τον βαραίνει όπως και όλους τους «θεσμούς», ότι με τις συμφωνίες που προτείνουν ρίχνουν όλα τα φορολογικά βάρη στους οικονομικά αδύναμους.
Ο κ. Γιούνκερ ισχυρίστηκε επίσης ότι ουδέποτε πρότεινε μειώσεις μισθών και συντάξεων. Οσο κι αν οι απόψεις αυτές ακούγονται σαν ανέκδοτο, είναι ταυτόχρονα και μία ευκαιρία πριν από την τελική διατύπωση των προτάσεων της ελληνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις.
Ο Ελληνας πρωθυπουργός, που έλαμψε χθες με την παρουσία του στο Ευρωκοινοβούλιο, πρέπει να σηκώσει το γάντι. Γνωρίζει καλά ότι οι φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών είναι σκανδαλώδεις. Οχι μόνο οι βασικές ναυτιλιακές δραστηριότητες που έχουν φορολογική ασυλία, ακόμα και με συνταγματική κατοχύρωση.
Επί χρόνια σωρεύονταν οι χαριστικές φορολογικές ρυθμίσεις για τους εφοπλιστές, σε σημείο να φτάσουν τις 56 νομοθετικές διατάξεις. Επί χρόνια η Αριστερά ζητούσε την άρση της φορολογικής αυτής αδικίας.
Οταν συζητήθηκε το πρώτο Μνημόνιο, το 2010, ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε να πληρώσουν και οι εφοπλιστές, με ρύθμιση της φορολόγησής τους, σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για όλους τους επιχειρηματίες.
Εναν χρόνο νωρίτερα, η Λούκα Κατσέλη διαμαρτυρόταν για το φορολογικό νομοσχέδιο της Νέας Δημοκρατίας, γιατί «απαλλάσσει από τον Φόρο Συγκέντρωσης Κεφαλαίου συμπλοιοκτησίες, ναυτιλιακές κοινοπραξίες και κάθε μορφής ναυτιλιακές επιχειρήσεις»…
Οπως δήλωσε χθες ο πρωθυπουργός, πρόθεση της κυβέρνησης είναι να υπάρξει συμφωνία με δίκαιη ανακατανομή των βαρών. Το εφοπλιστικό κεφάλαιο είναι το πρώτο που θα έπρεπε να ελεγχθεί σε αυτήν την περίπτωση.
Και τότε θα δούμε αν ο κ. Γιούνκερ πράγματι εννοούσε εκείνα που έλεγε. Και κυρίως θα δούμε ποια στάση θα κρατήσουν οι συμπαραστάτες του στην εγχώρια πολιτική σκηνή, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό βασίζονται στη δύναμη της διαπλοκής, στην οποία ηγεμονεύει βέβαια το εφοπλιστικό κεφάλαιο.
