Η αλλαγή στην ηγεσία ενός κόμματος συνήθως σηματοδοτεί ευρύτερες αλλαγές στη συγκρότηση και τη στοχοθεσία του. Ο κανόνας αυτός ισχύει πολύ περισσότερο σήμερα, με την ανάδειξη του Πάνου Σκουρλέτη στη θέση του γραμματέα του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί αυτή τη φορά η ανάγκη «επανεκκίνησης» του κυβερνητικού κόμματος δεν είναι απλά λόγια. Είναι όρος επιβίωσης.
Σε μια περίοδο που το κομματικό σύστημα έχει απαξιωθεί και μάλιστα διεθνώς, όχι μόνο στην Ελλάδα της κρίσης, οι δυσκολίες που περιλαμβάνει ένα παρόμοιο εγχείρημα είναι ορατές διά γυμνού οφθαλμού. Ομως, από την άλλη πλευρά, οι απαιτήσεις για μια προγραμματική και οργανωτική ανανέωση είναι εξαιρετικά επείγουσες.
Το πρώτο και πιο γνωστό εμπόδιο είναι ο «κυβερνητισμός». Είναι ευκαιρία για τον ΣΥΡΙΖΑ να αντιμετωπίσει δραστικά αυτή την πολιτική «πάθηση», εφόσον υποτίθεται ότι προωθεί μια ριζικά διαφορετική εκδοχή από το «παλαιό» πολιτικό σύστημα. Το καίριο ζήτημα εδώ είναι ο προσδιορισμός και η εξασφάλιση της αυτονομίας του κόμματος από την κυβέρνηση, μια προοπτική που ενισχύεται από την παρουσία στην ηγεσία του ενός στελέχους πρώτης γραμμής.
Το δεύτερο πρόβλημα που προκύπτει σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι η ταύτιση του κόμματος με τις πελατειακές σχέσεις του κρατικού και κυβερνητικού μηχανισμού. Με δεδομένο ότι ήδη μπαίνουμε σε χρονιά εκλογών, το στοίχημα για την ανανέωση του ΣΥΡΙΖΑ σχετίζεται και με το στίγμα που θα αφήσει η νέα ηγεσία του στον χειρισμό αυτής της παθογένειας που έχει κληρονομήσει από πολύ παλιά.
Το τρίτο και πιο καίριο ζήτημα αφορά την αριστερή ταυτότητα του κόμματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ συγκροτήθηκε σε μια πολιτική συγκυρία κρίσης και ο προγραμματικός λόγος του βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην αντιμνημονιακή ρητορική. Τώρα είναι η ώρα για την επαναδιατύπωση μιας σύγχρονης αριστερής πολιτικής, έστω και κάτω από τις ασφυκτικές σημερινές συνθήκες.
Το τελευταίο προγραμματικό ζήτημα που οφείλει να επεξεργαστεί η νέα ηγεσία του κόμματος αφορά βέβαια τις συμμαχίες. Με δεδομένη τη στροφή της Νέας Δημοκρατίας προς τα δεξιά ή και τα ακροδεξιά, ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να διερευνήσει τις δυνατότητες συνεργασίας με όσες κεντροαριστερές δυνάμεις δεν έχουν στόχο την επάνοδο σε κυβέρνηση τύπου Σαμαρά – Βενιζέλου.
