Τον Δεκέμβριο του 2016, όταν οι συζητήσεις ανάμεσα στην Αθήνα και τους δανειστές βρίσκονταν σε αδιέξοδο, η ειδησεογραφία ήταν ενδεικτική. «Μέτρα 4,2 δισ. ευρώ ζητεί το ΔΝΤ» έγραφε η «Καθημερινή» στις 3 Δεκεμβρίου. «Η Αθήνα έχει διαμηνύσει πως δεν πρόκειται να αποδεχτεί τη λήψη, εκ των προτέρων, μέτρων ύψους 4,2 δισ. ευρώ τα οποία ζητά το Ταμείο για τη διετία 2019-2020» ανέφερε ρεπορτάζ της «Εφ.Συν.» στις 13 του ίδιου μήνα.
Σχεδόν τέσσερις μήνες αργότερα, αναζητείται ακόμη η συμφωνία που θα ολοκληρώσει τη δεύτερη αξιολόγηση. Το Γιούρογκρουπ του Φεβρουαρίου κατέληξε σε μια πρώτη συμβιβαστική συμφωνία που προβλέπει περικοπές μικρότερες σε σχέση με τις τότε απαιτήσεις του ΔΝΤ (προσδιορίζονται στα 3,6 δισ.), αλλά αναθέτει στις δυο πλευρές να διαμορφώσουν ένα πακέτο ισόποσων αντισταθμιστικών μέτρων. Η συγκεκριμενοποίηση των μέτρων και των αντιμέτρων σκοντάφτει σε διαφορετικούς πολιτικούς στόχους.
Η κυβέρνηση αποδέχτηκε τη νομοθέτηση νέων περικοπών στις συντάξεις και μείωση του αφορολογήτου, κίνηση που συνοδεύεται από την αλλαγή του δημοσιονομικού μείγματος. Είναι μια σοβαρή υποχώρηση, η οποία έγινε κάτω από το βάρος των αρνητικών συσχετισμών σε Ευρώπη και Αμερική, αλλά και των εκλογικών σκοπιμοτήτων στη Γερμανία. Από αυτά προκύπτει ότι εκείνοι που παραμένουν άτεγκτοι στις θέσεις τους και πιέζουν για νέα ολοκληρωτική συνθηκολόγηση είναι οι δανειστές και ιδίως το ΔΝΤ.
Με αυτά τα δεδομένα και με γνωστά όσα έπραξε η κυβέρνηση, το ερώτημα που τίθεται αφορά τη στάση της αντιπολίτευσης. Θα ανέμενε κανείς να πιέζει την κυβέρνηση να απορρίψει παράλογες απαιτήσεις, να ασκήσει κάθε είδους κριτική προς την κυβέρνηση για την οπισθοχώρησή της. Αντίθετα, βλέπουμε τα αντιπολιτευόμενα κόμματα να απαιτούν να κλείσει η συμφωνία όπως-όπως και να αναζητούν υπεύθυνους για τις καθυστερήσεις.
Η στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης μοιάζει λογική αν εξεταστεί με βάση το ιδεολογικό πρίσμα της, καθώς υποστηρίζει αναφανδόν την ελάφρυνση των μεγάλων επιχειρήσεων και την περαιτέρω διάλυση των εργασιακών σχέσεων. Γι’ αυτό και βρίσκει στο ΔΝΤ τον «μεσσία» που θα εξυπηρετήσει το πολιτικό σχέδιό της. Τα υπόλοιπα, όμως, κόμματα του δημοκρατικού τόξου τι λόγο έχουν να συντάσσονται με αυτή τη λογική;
