Η απόφαση της Ελλάδας να συμμετάσχει στο πολυμερές σχήμα για την ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελεί μια κίνηση στρατιωτικής εμπλοκής, αλλά μια επιλογή με σαφή γεωοικονομικά και διπλωματικά χαρακτηριστικά. Ως μεγάλη ναυτική δύναμη, η χώρα μας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ζήτημα της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, ιδίως σε μια περίοδο όπου η αστάθεια στον Περσικό Κόλπο απειλεί άμεσα τις θαλάσσιες μεταφορές και την ενεργειακή τροφοδοσία. Σε αυτό το περιβάλλον, η Αθήνα επιχειρεί να τοποθετηθεί ως δύναμη σταθερότητας, αξιοποιώντας το ειδικό βάρος της στη διεθνή ναυτιλία.
Η συμμετοχή της Ελλάδας εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχήμα κρατών -το οποίο έχει επικρατήσει να αποκαλείται «μπλοκ των 33», αν και πλέον αριθμεί 37 χώρες- που συντονίζονται με στόχο την προστασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία με έντονη ευρωπαϊκή σφραγίδα, στην οποία συμμετέχουν μεγάλες δυνάμεις της Ε.Ε., χώρες της Ασίας και κράτη του Κόλπου, διαμορφώνοντας ένα πολυεπίπεδο δίκτυο συνεργασίας γύρω από τη θαλάσσια ασφάλεια. Στην Αθήνα αξιολογείται ως θετική η έντονη κινητικότητα που παρατηρείται γύρω από το ζήτημα, καθώς και το γεγονός ότι, για ακόμη μία φορά, συγκροτείται ένα σχήμα χωρών με κοινή αντίληψη και συμφέροντα – ακόμη μία «συμμαχία προθύμων» που αποκτά τη δική της σημασία στο τρέχον γεωπολιτικό περιβάλλον.
Στο πλαίσιο αυτού του συντονισμού πραγματοποιήθηκε και η τηλεδιάσκεψη υπουργών Εξωτερικών, στην οποία συμμετείχε ο Γιώργος Γεραπετρίτης ύστερα από πρωτοβουλία της Μεγάλης Βρετανίας. Εκεί η ελληνική πλευρά χαιρέτισε την πρωτοβουλία, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για αποκλιμάκωση, αυτοσυγκράτηση και σεβασμό του διεθνούς δικαίου, ενώ παράλληλα έστειλε ένα σαφές μήνυμα: η Ελλάδα είναι έτοιμη να συμβάλει με την εμπειρία και την τεχνογνωσία που διαθέτει στη θαλάσσια ασφάλεια, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες, δηλαδή μετά το τέλος των εχθροπραξιών.
Η θέση αυτή είχε διατυπωθεί και νωρίτερα, κατά τη συνάντηση του Ελληνα υπουργού Εξωτερικών με τον υπουργό Εξωτερικών της Σιγκαπούρης, Βίβιαν Μπαλακρίσναν, όπου αναδείχθηκε εκ νέου η σημασία της ελευθερίας των θαλασσών. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης υπογράμμισε ότι οι επιπτώσεις των συγκρούσεων στη ναυσιπλοΐα, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στην ενεργειακή ασφάλεια είναι ήδη ορατές, επιβεβαιώνοντας ότι το ζήτημα του Ορμούζ δεν αφορά μόνο την περιφερειακή ασφάλεια, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της παγκόσμιας οικονομίας. Παράλληλα, επισήμανε ότι η γεωγραφία και η ναυτική παράδοση της Ελλάδας καθιστούν τη θαλάσσια ασφάλεια βασικό στοιχείο της εθνικής στρατηγικής.
Στόχευση
Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική συμμετοχή αποκτά σαφή στόχευση: την προστασία της εμπορικής ναυτιλίας, τη διατήρηση της σταθερότητας στις διεθνείς αγορές και την ενίσχυση του ρόλου της χώρας ως αξιόπιστου συνομιλητή. Η Αθήνα, άλλωστε, επιλέγει να συνοδεύσει τη συμμετοχή της με σαφή πολιτικά μηνύματα, καλώντας σε άμεση αποκλιμάκωση, σεβασμό του διεθνούς δικαίου και επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων, ενώ εκφράζει την αλληλεγγύη της προς τις χώρες του Κόλπου.
Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή κινητικότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις. Οι εντεινόμενες αμφιβολίες για τη συνοχή της διατλαντικής συμμαχίας, υπό το βάρος των τοποθετήσεων του Ντόναλντ Τραμπ, ωθούν τις ευρωπαϊκές χώρες να αναζητούν πιο αυτόνομες μορφές συντονισμού και δράσης. Η συγκρότηση τέτοιων πολυμερών σχημάτων λειτουργεί, έστω και άτυπα, ως ένδειξη ότι η Ευρώπη επιχειρεί να ενισχύσει τον δικό της ρόλο στην ασφάλεια κρίσιμων διεθνών διαδρόμων.
