Με έξι συμφωνίες χαμηλής πολιτικής βαρύτητας –περισσότερο ως ένδειξη καλών προθέσεων– και δύο παράλληλους μονολόγους, μέσα από τους οποίους Αθήνα και Αγκυρα θέλησαν να εκπέμψουν μήνυμα αναθέρμανσης των διαύλων επικοινωνίας, αλλά χωρίς να αγγίξουν κανένα από τα πραγματικά δύσκολα ζητήματα, ολοκληρώθηκε χθες το 6ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας στην Αγκυρα.
Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό και από την κοινή διακήρυξη που υπογράφτηκε, στην οποία γίνεται αναφορά σε συμφωνία για περιορισμό των πηγών έντασης, αλλά αυτό μένει να αποδειχθεί μελλοντικά στο πεδίο. Οι χαμηλές προσδοκίες επιβεβαιώθηκαν, με τις τοποθετήσεις των δύο ηγετών να κινούνται κυρίως στο πεδίο της γενικής ρητορικής, των ευχολογίων και της απεύθυνσης προς το εσωτερικό ακροατήριο, παρότι δεν έλειψαν δυο-τρία αιχμηρά πολιτικά μηνύματα.
Το casus belli
Στις δηλώσεις που έκαναν προς τον Τύπο μετά την ολοκλήρωση της συνεδρίασης του ΑΣΣ, και αφού προηγουμένως είχε πραγματοποιηθεί η κατ’ ιδίαν συνάντηση των δύο ηγετών με τη συμμετοχή των υπουργών Εξωτερικών και των διπλωματικών τους συμβούλων, αποτυπώθηκε θετικό κλίμα και διάθεση διατήρησης των ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών, με αναφορά και από τους δύο στο Διεθνές Δίκαιο.
Ο πρωθυπουργός έκανε αναφορά στο casus belli, λέγοντας προς τον Τούρκο πρόεδρο πως «είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις». «Αν όχι τώρα, πότε;» διερωτήθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, θέτοντας για πρώτη φορά δημοσίως ενώπιον του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν το ζήτημα.
Είχε προηγουμένως επισημάνει πως «υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες», αλλά ότι η ελληνική θέση παραμένει σταθερή πως «η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί τη μόνη διαφορά που θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας».

Ο πρωθυπουργός δεν άφησε αναπάντητη την αναφορά του Τούρκου προέδρου σε «τουρκική μειονότητα» στη δυτική Θράκη, υπογραμμίζοντας ότι η Συνθήκη της Λωζάννης προβλέπει ρητά πως «η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική, αποκλείοντας κάθε άλλη παρερμηνεία».
«Ας εργαστούμε, λοιπόν, για το πώς αυτές οι δύο μειονότητες μπορούν πράγματι να γίνουν γέφυρες φιλίας και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των λαών μας», σημείωσε, παρατηρώντας ότι η ελληνική μειονότητα στην Κωνσταντινούπολη, παρά τη μεγάλη της συρρίκνωση, εξακολουθεί να εμπλουτίζει την κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Τουρκίας. Σημείωσε ακόμη ότι ως γειτονικές χώρες «καλούμαστε να διαχειριζόμαστε τα προβλήματά μας με ψυχραιμία και υπευθυνότητα» και ότι «ακόμα και όταν διαφωνούμε, είναι σημαντικό να μην οδηγούμαστε σε κρίσεις και εντάσεις».
Ο Τούρκος πρόεδρος πέραν της αναφοράς του στο SAFE, για το οποίο είπε πως η συμμετοχή της Τουρκίας στις αμυντικές πρωτοβουλίες της Ευρώπης είναι προς το κοινό συμφέρον και των δύο χωρών, που είναι αντιμέτωπες με πολλές εξελίξεις που συνιστούν απειλή για την ασφάλεια και τη σταθερότητα, απέφυγε να ρίξει λάδι στη φωτιά παρότι αναφέρθηκε σε «αλληλένδετα προβλήματα στο Αιγαίο».
«Παρόλο που τα υφιστάμενα ζητήματα είναι ακανθώδη, δεν είναι άλυτα στη βάση του Διεθνούς Δικαίου, αρκεί να υπάρχει καλή θέληση, εποικοδομητικός διάλογος και βούληση για λύση», σημείωσε και τόνισε ότι «πρέπει να διατηρήσουμε ανοιχτούς τους διαύλους διαλόγου με βάση τη συνεργασία».
Το μεταναστευτικό
Ειδικά για τη Γάζα, εξέφρασε τέλος την πεποίθηση ότι «η Ελλάδα ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας θα διατηρήσει στην ατζέντα του Συμβουλίου την προοπτική της λύσης των δύο κρατών προς όφελος της περιοχής μας» αλλά και της ειρήνης στη Μέση Ανατολή.
Στον απόηχο των συμφωνιών για συνεργασία στην πολιτική προστασία, στην επιστήμη, στην τεχνολογία, στον πολιτισμό, στην προώθηση των επενδύσεων και στη διεύρυνση του διμερούς εμπορίου –με στόχο τα 10 δισ. δολάρια μέχρι το τέλος της δεκαετίας– ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε πως όλα αυτά «αποτελούν βήματα προόδου» και αναδεικνύουν ότι «μπορούμε να διατηρούμε ένα λειτουργικό πλαίσιο διμερούς συνεργασίας».
Επιπλέον, αναφέρθηκε στην «πάρα πολύ καλή συνεργασία» στο μεταναστευτικό, σημειώνοντας ότι «οι ροές στο Ανατολικό Αιγαίο έχουν μειωθεί, μόλις τον τελευταίο χρόνο, κατά σχεδόν 60%». Οπως είπε, «είναι το αποτέλεσμα της συστηματικής φύλαξης των χερσαίων και των θαλασσίων συνόρων αλλά και του βελτιωμένου συντονισμού μεταξύ των δύο χωρών. Είναι κάτι που μπορεί και πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω, όπως μας υπενθύμισε το πρόσφατο τραγικό περιστατικό στα ανοιχτά της Χίου».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσαν και οι δύο στις περιφερειακές προκλήσεις, τόσο στην Ουκρανία όσο και στη Μέση Ανατολή. Για τη Γάζα συμφώνησαν στην ανάγκη έναρξης της δεύτερης φάσης του ειρηνευτικού σχεδίου και επανέλαβαν τη θέση για λύση δύο κρατών.
Ο πρωθυπουργός προέταξε τον πλήρη αφοπλισμό της Χαμάς, τάχθηκε κατά της επέκτασης των εποικισμών και οποιουδήποτε σχεδίου προσάρτησης της Δυτικής Οχθης, ενώ αναφέρθηκε και στο Κυπριακό, κάνοντας λόγο για παράθυρο ευκαιρίας επανεκκίνησης του διαλόγου με πρωτοβουλίες του ΟΗΕ.
Κυβερνητικές πηγές περιέγραφαν θετικό το κλίμα της συνάντησης, που διήρκεσε μιάμιση ώρα, χαρακτηρίζοντας ειλικρινή τη συζήτηση και επισημαίνοντας ότι τέθηκαν όλα τα ζητήματα που έχουν προκαλέσει διαφωνίες μεταξύ των δύο χωρών.
Στην πράξη, ωστόσο, το πολιτικό αποτύπωμα παρέμεινε περιορισμένο: τα δύσκολα δεν άνοιξαν, τα ακανθώδη ζητήματα έμειναν στο περιθώριο και το αποτέλεσμα συνοψίστηκε κυρίως στη διατήρηση ενός λειτουργικού διαλόγου, παρά σε ουσιαστικές μετατοπίσεις.
Οι NAVTEX
Την ίδια στιγμή, πέρα από τα μηνύματα που εκπέμφθηκαν στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο, η ελληνική διπλωματία συνεχίζει να κινείται σε έναν παράλληλο, πιο πρακτικό άξονα διαχείρισης των τουρκικών ενεργειών, επιλέγοντας θεσμικά εργαλεία και σαφείς κόκκινες γραμμές.
Με βασικό εργαλείο το διάβημα που προετοιμάζεται προς τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό και με σαφή θέση ότι δεν αποδέχεται αβάσιμες αξιώσεις και τετελεσμένα, η Αθήνα διαμορφώνει τη θεσμική απάντησή της στις τουρκικές NAVTEX και στη ρητορική έντασης.
Στην ελληνική διπλωματία επισημαίνουν ότι, πέραν του διαβήματος που έχει ήδη πραγματοποιηθεί προς την τουρκική πλευρά, βρίσκεται στο τελικό στάδιο η προετοιμασία επίσημης προσφυγής προς τον IMO, κίνηση που εντάσσεται στη θεσμική απάντηση της Αθήνας στις NAVTEX που εκδίδει η Αγκυρα και τις οποίες χαρακτηρίζει αβάσιμες και χωρίς νομικό έρεισμα.
Σε ό,τι αφορά τις ΝΟΤΑΜ που επαναφέρουν ισχυρισμούς περί αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών, διπλωματικές πηγές τονίζουν ότι είναι παράνομες τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς την αρμοδιότητα, καθώς αφορούν δραστηριότητες εντός του FIR Αθηνών, όπου η μόνη αρμόδια αρχή είναι η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, η εκπρόσωπος του ΥΠΕΞ σημείωσε ότι η Ελλάδα ασκεί ενεργητική εξωτερική πολιτική που στηρίζεται στις οικουμενικές αξίες του Διεθνούς Δικαίου και από αυτές τις αρχές δεν πρόκειται να αποστεί, προσθέτοντας πως σε ζητήματα εθνικού συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρξει καμία συζήτηση.
Διπλωματικές πηγές εξηγούν ότι τα διαβήματα προς τον IMO ενεργοποιούνται όταν ένα κράτος χρησιμοποιεί το σύστημα NAVTEX όχι για λόγους ασφάλειας της ναυσιπλοΐας, αλλά ως εργαλείο πολιτικής πίεσης, αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων και δημιουργίας τετελεσμένων.
Κατά την ελληνική διπλωματία, οι κινήσεις αυτές δεν συνιστούν κλιμάκωση, αλλά επανάληψη πάγιων θέσεων της Αγκυρας και εργαλειοποίηση τεχνικών μέσων για πολιτικούς σκοπούς.
Η αντιπολίτευση
Με αυτά τα δεδομένα, η Αθήνα προσέρχεται με ρεαλισμό, επιδιώκοντας να διατηρηθεί ζωντανό το κανάλι επικοινωνίας με την Αγκυρα και να προστατευτεί το κεκτημένο της σχετικής ηρεμίας στο Αιγαίο, χωρίς αυταπάτες αλλά και χωρίς διάθεση επιστροφής σε περίοδο συνεχών κρίσεων.
Υπέρ της συνέχισης του διαλόγου «χωρίς αυταπάτες, με ρεαλισμό και απόλυτη επίγνωση των θέσεων της άλλης πλευράς» τάχθηκε ο τομεάρχης Εξωτερικών του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ., Δημήτρης Μάντζος, σημειώνοντας ότι «όσο η Τουρκία επιμένει στις αναθεωρητικές θέσεις και τις παράνομες διεκδικήσεις της, σε αντίθεση προς το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας, ακόμη και στην απειλή πολέμου εις βάρος της Ελλάδας, τα περιθώρια για την επίλυση της μοναδικής διαφοράς, της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, θα παραμένουν ισχνά».
Σημείωσε ακόμα ότι «όσο οι προκλητικές ενέργειες της Αγκυρας, με πλέον χαρακτηριστική την έκδοση NAVTEX “αορίστου διαρκείας” σε μεγάλη έκταση του Αιγαίου ή την επανάληψη των αναφορών σε “τουρκική μειονότητα” παρά τη Συνθήκη της Λωζάννης, θα συνεχίζονται, η ελληνοτουρκική προσέγγιση θα περιορίζεται απλώς σε διαχείριση κρίσεων».
Υπέρ του διαλόγου και ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., σημειώνοντας όμως ότι δεν τέθηκαν θέματα ουσίας και ότι «αναδείχθηκε για άλλη μια φορά το έλλειμμα συγκροτημένης στρατηγικής της ελληνικής κυβέρνησης». Υπογράμμισε επίσης ότι «ο κ. Μητσοτάκης, ενώ έθεσε δημόσια το ζήτημα της άρσης του casus belli από την Τουρκία, απέφυγε να θέσει το θέμα του καλωδίου στον Ερντογάν», ενώ στηλίτευσε την «παντελή έλλειψη σχεδιασμού» για επίλυση των ελληνοτουρκικών με μία στρατηγική για προσφυγή στη Χάγη.
«Η κυβερνητική προσπάθεια να συγκεντρωθεί η προσοχή της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν στη “θετική ατζέντα” των οικονομικών και άλλων συμφωνιών, δηλαδή στις μπίζνες των επιχειρηματικών ομιλών των δύο χωρών, δεν μπορεί να κρύψει ότι στην πράξη διατηρούνται οι απαράδεκτες διεκδικήσεις του τουρκικού κράτους, διαψεύδοντας το δόγμα των “ήρεμων νερών”», σχολίασε το ΚΚΕ.
Το «πακέτο»
Χαρακτήρισε δε «προκλητικό» ο κ. Μητσοτάκης «να επιχαίρει για τη συνεργασία Ελλάδας – Τουρκίας στο μεταναστευτικό», λίγες μέρες μετά «την εγκληματική ενέργεια σε βάρος των προσφύγων και μεταναστών στη Χίο, όταν αυτό το έγκλημα είναι ακριβώς το αποτέλεσμα αυτής της “συνεργασίας”, με βάση την πολιτική της Ε.Ε.».
«Καλοδεχούμενη η θετική ατζέντα και η στρατηγική των “μικρών βημάτων”. Ομως ο πυρήνας είναι το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης: ο Ερντογάν μίλησε για “επίλυση των αλληλένδετων προβλημάτων στο Αιγαίο”, δηλαδή για λογική “πακέτου”», τόνισε η Νέα Αριστερά.
