Νέος Δήμαρχος Χιμάρας είναι από σήμερα ο Βαγγέλης Τάβος, ο οποίος συγκέντρωσε το 58,62% των ψήφων (5.022 ψήφους), ενώ ο Πέτρος Γκικουρίας, που υποστήριζε ο έκπτωτος Φρέντη Μπελέρης, το 41,38% και 3.545 ψήφους.
Σύμφωνα με την ΕΡΤ, ο επικρατών έσπευσε να κάνει δήλωση νίκης πριν ακόμη κλείσουν οι κάλπες, ευχαριστώντας τους ψηφοφόρους για την εμπιστοσύνη τους. Υπόσχεται να βάλει τα συμφέροντα των πολιτών πάνω από τα δικά του, να οδηγήσει τη Χιμάρα προς την ειρήνη και να αυξήσει τη συνεργασία μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας. Επίσης, επαναλαμβάνει την πρόσκλησή του στον ανθυποψήφιο του να αποδεχθεί τη θέση του αντιδημάρχου.
Πάντως η εκλογική διαδικασία εξελίχθηκε εν μέσω καταγγελιών της ελληνικής ομογένειας για προσπάθεια αλλοίωσης του εκλογικού αποτελέσματος, εκ μέρους του καθεστώτος Ράμα.
Δ. Μάντζος: «Ολοκληρώθηκε η “Επιχείρηση Χειμάρρα”, με ευθύνη και της ελληνικής κυβέρνησης»
«Η χθεσινή εκλογική διαδικασία, μετά την προσχηματική ακύρωση των εκλογών του Μαΐου 2023, αποτελεί την τυπική και προδιαγεγραμμένη ολοκλήρωση της “επιχείρησης Χειμάρρα” για την αλβανική κυβέρνηση. Εν μέσω καταγγελιών της ελληνικής ομογένειας για συνθήκες βίας, νοθείας, τεχνητής αύξησης του εκλογικού σώματος και αιφνιδιαστικού αποκλεισμού χιλιάδων εκλογέων, το αποτέλεσμα ουσιαστικά συνιστά επιβολή της βούλησης της αλβανικής κυβέρνησης στην περιοχή» σημειώνει σε ανακοίνωσή του ο Δημήτρης Μάντζος, βουλευτής Επικρατείας και υπεύθυνος ΚΤΕ Εξωτερικών ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής ενώ αναφέρεται και στις ευθύνες της ελληνικής κυβέρνησης.
«Η ελληνική κυβέρνηση απέτυχε να διαχειριστεί την όλη υπόθεση με επάρκεια και προνοητικότητα, αρκούμενη στην επικίνδυνη “εργαλειοποίηση” με μικροκομματικούς όρους εσωτερικής κατανάλωσης, με συνέπεια η υπόθεση να κινδυνεύσει να υποβιβαστεί σε “διμερή διαφορά” μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας» επισημαίνει ο Δ. Μάντζος και καταλήγει στην ανακοίνωσή του:
«Η Ελλάδα ήταν και τώρα είναι ακόμη περισσότερο υποχρεωμένη να αναδείξει το ζήτημα στις πραγματικές του διαστάσεις, ως κρίσιμο βήμα της ενταξιακής πορείας της Αλβανίας προς την ΕΕ και ως ισχυρό δείκτη για την έλλειψη προόδου στο κράτος δικαίου, στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και στην προστασία του συνόλου των δικαιωμάτων της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας στη Βόρεια Ήπειρο».
