Με μια επικοινωνιακή καταιγίδα, η κυβέρνηση προσπαθεί να καλύψει τις παρενέργειες, διπλωματικές και πολιτικές, της επίσκεψης του Κ. Μητσοτάκη στην Αγκυρα, ανεπιτυχώς, όμως, όπως φαίνεται από την εξέλιξη των πραγμάτων. Η συνέντευξη καλών προθέσεων του Ελληνα πρωθυπουργού στη «Milliyet» δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει το επιθετικό μήνυμα του Τ. Ερντογάν, ο οποίος με συνέντευξη στην «Καθημερινή» διαμήνυσε ότι πρέπει να τεθούν υπό διαπραγμάτευση και «ζητήματα κυριαρχίας» της Ελλάδας.
Από την πλευρά του, ο Γ. Γεραπετρίτης, με συνέντευξη στη «Βραδυνή», τόνισε ότι «θέματα κυριαρχίας δεν μπορούν να τεθούν στο τραπέζι του διαλόγου», εντούτοις η «κανονικότητα» με την οποία ήθελε να περιβάλει η κυβέρνηση τη σημερινή επίσκεψη γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Και εκεί που με τις προηγούμενες συνεντεύξεις και δηλώσεις του Κ. Μητσοτάκη και του υπουργού Εξωτερικών (Alpha, ΣΚΑΪ κ.ά.) το ταξίδι στην Αγκυρα παρουσιαζόταν σαν επαφή ρουτίνας μεταξύ γειτόνων, γίνεται τώρα αντιληπτό πως ανοίγει ένας νέος κύκλος τουρκικών αξιώσεων. Και με διαρροές κυβερνητικών πηγών υπογραμμίζονται τα θετικά της προσέγγισης έως τώρα, για τη μείωση των παραβιάσεων και παραβάσεων, τις μεταναστευτικές ροές, τις τουρκικές επισκέψεις στα ελληνικά νησιά με σύντομη βίζα και το ζητούμενο από ελληνικής πλευράς οι διαφωνίες να μην οδηγούν σε κρίσεις.
Το πρώτο ερώτημα που εγείρεται τώρα είναι αν τα δύσκολα θέματα που πρόκειται να συζητήσουν Ερντογάν – Μητσοτάκης εξαντλήθηκαν μέσω των συνεντεύξεων, κάτι που βεβαίως δεν συνεπάγεται διμερή κανονικότητα. Ομως, στην περίπτωση που υπάρξει συνέχεια επάνω στον καμβά που διαμόρφωσε ο πρόεδρος της Τουρκίας, η επικείμενη συνάντηση μπορεί και να σηματοδοτήσει επιστροφή στην «αντικανονικότητα» και στα ταραγμένα νερά του 2022.
«Πακέτο» για δύο
Για το ένα και μοναδικό θέμα που δηλώνει η Αθήνα ότι μπορεί να μπει σε διάλογο και κατόπιν σε διαπραγμάτευση, οι θαλάσσιες ζώνες (ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα), ο Τ. Ερντογάν δήλωσε χωρίς περιστροφές: «Η λύση εδώ είναι ξεκάθαρη, η λύση είναι να συμμορφωθούμε με το διεθνές δίκαιο και να το κάνουμε βιώσιμο. Εφόσον δεν το αποφεύγουμε, δεν πρέπει να υπάρχουν εμπόδια που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε μαζί. Οπως γνωρίζετε, υποστηρίζουμε ότι τα προβλήματα πρέπει να επιλύονται ως πακέτο. Δεν πρέπει να αγνοούμε άλλα αμφιλεγόμενα σημεία εστιάζοντας σε μία και μόνο διαφορά. Οταν λέμε ότι καταλήξαμε σε μια συνολική λύση, δεν πρέπει να μεταφέρουμε προστριβές στις μελλοντικές γενιές».
Και περαιτέρω για να φωτίσει το πακέτο έτσι όπως το εννοεί, ο πρόεδρος της Τουρκίας, εξ αφορμής της ελληνικής εξαγγελίας για τη δημιουργία θαλάσσιων πάρκων, λέει τα εξής: «Ολοι γνωρίζουν πόσο ευαίσθητοι είμαστε, ως Τουρκία, για το περιβάλλον. Ωστόσο, δεν θα ήταν σωστό να το δούμε αυτό ως ένα εύχρηστο κάλυμμα και να προσπαθήσουμε να κρύψουμε πίσω του άλλες αμφιλεγόμενες καταστάσεις. Κάθε ζήτημα πρέπει να αντιμετωπίζεται στο δικό του πλαίσιο. Πράγματι, το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ των παράκτιων κρατών σε κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες, όπως το Αιγαίο, μεταξύ άλλων και σε περιβαλλοντικά θέματα. Από την άλλη πλευρά, όλοι γνωρίζουν ότι η Τουρκία δεν θα δεχθεί de facto καταστάσεις σε αυτή τη γεωγραφία». Ουσιαστικά, η ελληνική κυβέρνηση καλείται να ανακαλέσει το σχέδιο για τα θαλάσσια πάρκα, παρότι το ένα είναι στις Κυκλάδες και το άλλο στο Ιόνιο.
Συνολικά, για τη διευθέτηση ο Τ. Ερντογάν θεωρεί ότι «η έγερση ζητημάτων κυριαρχίας δεν είναι μια κατάσταση που βλάπτει το έδαφος του διαλόγου και εμποδίζει την πρόοδό του. Μπορούμε να προστατεύσουμε αυτό το έδαφος υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και να διασφαλίσουμε την πρόοδο. Τα θέματα αυτά έχουν ήδη μια ιδιαίτερη θέση στον κατάλογο των θεμάτων που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Μπορούμε να συζητήσουμε τα ζητήματα αυτά με μια προοπτική που απέχει από τετελεσμένα και υιοθετώντας μια προσέγγιση που πιστεύει στη λύση». Δεν γίνεται αναφορά στη Χάγη αλλά σε διμερή συζήτηση, χωρίς μάλιστα να υπονοείται κάποιας μορφής διαιτησία.
Ανοιχτοί δίαυλοι
Περαιτέρω ο Τ. Ερντογάν δηλώνει εμφατικά ότι δεν αναγνωρίζει τη συμφωνία ΑΟΖ Κύπρου – Ισραήλ, βάζει στην εξίσωση το μνημόνιο της Τουρκίας με τη Λιβύη, ανοίγει διά της πλαγίας τα θέματα εξοπλισμών της Ελλάδας, ζητώντας «να διατηρηθεί η ισορροπία στη σχέση των ΗΠΑ με Ελλάδα και Τουρκία» (παραπέμποντας στην ισορροπία 7:10), και για τα «ήρεμα νερά στο Αιγαίο» δηλώνει τα εξής: «Εμείς δεν διστάζουμε να τείνουμε χείρα φιλίας όσο υπάρχει ανταπόκριση. Δίνουμε σημασία στη φιλία και στις σχέσεις καλής γειτονίας. Οσο δεν γίνονται βήματα τα οποία μπορούν να μας βλάψουν, αυτή η στάση μας θα συνεχιστεί».
Από την άλλη, ο Κ. Μητσοτάκης προτάσσει στη δική του συνέντευξη τη διατήρηση των διαύλων επικοινωνίας: «Οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών πρέπει να παραμείνουν ανοιχτοί ακόμη και σε περιόδους έντασης. Ημουν πάντα συνεπής σε αυτό και έχω προσωπικά υποστηρίξει αυτή την προσέγγιση από την αρχή της πρώτης μου θητείας. Θα συνεχίσω να το πράττω», τονίζει στη Milliyet και ως προς τα κρίσιμα θέματα που εγείρονται αρκείται στη γενική θεώρηση ότι «υπάρχουν ζητήματα, τόσο διμερή όσο και διεθνή, στα οποία συμφωνούμε και άλλα όπου διαφωνούμε. Ακόμα και οι φίλοι δεν συμφωνούν πάντα. Αλλά αυτό δεν θα πρέπει να αποτελεί εμπόδιο στο να επιδιώκουμε πάντα συνεργασία και συνέργειες».
Με ποιον τρόπο θα απαντηθούν τα ζητήματα που ανοίγει ο Τ. Ερντογάν στην κοινή συνέντευξη που θα δοθεί στην Αγκυρα είναι ένα τεράστιο ζήτημα για την ελληνική κυβερνητική αποστολή. Στην περίπτωση που όλα αυτά τεθούν (συν το θέμα των μειονοτήτων και της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, το Κυπριακό, το Παλαιστινιακό, αλλά και τα αιτήματα που μονίμως προβάλλει η Αγκυρα στην Ε.Ε. για βίζα, τελωνειακή σύνδεση, άνοιγμα ενταξιακών κεφαλαίων), το σκηνικό θα είναι χαοτικό, όπως εκείνο στις συνομιλίες Τσαβούσογλου – Δένδια, τον Απρίλιο του 2021.
Μια τέτοια εξέλιξη θα ισοδυναμούσε με επιστροφή στο καλοκαίρι του 2022, κάτι που δεν φαίνεται να επιθυμεί καμία πλευρά. Εντούτοις, η διατήρηση του πλαισίου που περιέγραψε ο Τ. Ερντογάν στη δημόσια σφαίρα συνιστά επίσης πρόβλημα, όχι μόνον στο διπλωματικό πεδίο, καθώς διαμορφώνει την ατμόσφαιρα για τις επόμενες συναντήσεις του πολιτικού διαλόγου και των ΜΟΕ, αλλά και στο πολιτικό πεδίο για τον Κ. Μητσοτάκη και μάλιστα στην τελική για τις ευρωεκλογές. Ακόμη και αν προκύψει διάθεση επανεξέτασης του θέματος της Μονής της Χώρας από την τουρκική πλευρά, η ατζέντα πλέον είναι πολύ βαριά για να προκύψει θετικό πρόσημο. Ακόμα και στη θετική ατζέντα, οι δύο συμφωνίες που είναι προς υπογραφή αφορούν θέματα που θα μπορούσαν να διεκπεραιωθούν σε επίπεδο γραμματέων υπουργείων (για την πολιτική προστασία και το συμβούλιο επιχειρηματικότητας).
