ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Αγρολάμπος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Αθήνα απορρίπτει με επιστολή προς τον ΟΗΕ τις τουρκικές αιτιάσεις αμφισβήτησης του καθεστώτος των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου ως νομικά αβάσιμες, ιστορικά και πραγματολογικά αστήρικτες και πολιτικά επικίνδυνες για την ειρήνη και τη σταθερότητα.

Η επιστολή προς απάντηση της τουρκικής επιστολής (30 Σεπτεμβρίου 2021) κατατέθηκε προχθές στον Οργανισμό από την επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στα Ηνωμένα Εθνη, Μ. Θεοφίλη. Η επιλογή του χρόνου, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, σχετίζεται με την όξυνση που επιχειρεί εκ νέου η Αγκυρα αλλά και την εικόνα της κυβέρνησης Ερντογάν διεθνώς. Σχετίζεται επίσης με τον προβληματισμό στον ΟΗΕ -και όχι μόνο- για τον κίνδυνο διάχυσης του αναθεωρητισμού στη διεθνή σκηνή.

 Οι τουρκικοί ισχυρισμοί περί κυριαρχίας της Ελλάδας υπό όρους στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, που συνοδεύονται με την απαίτηση αποστρατιωτικοποίησης, «υπονομεύουν σοβαρά την περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα» επισημαίνεται στην ελληνική επιστολή.

 Τονίζεται ότι οι τουρκικοί ισχυρισμοί πως «η ελληνική κυριαρχία στα νησιά είναι συνυφασμένη με την αποστρατιωτικοποίησή τους» με βάση τις Συνθήκες της Λωζάννης(1923) και των Παρισίων(1947) είναι «νομικά, ιστορικά και πραγματολογικά αστήρικτοι».

 Κατ’ επέκταση ότι είναι απαράδεκτη η επιμονή της Αγκυρας να θέτει υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία και τα δικαιώματα των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες.

 Στην επιστολή παρατίθενται δύο υποθέσεις τις οποίες έχει κρίνει το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, για να ξεκαθαρίσει ότι τα σύνορα και η εδαφική κυριαρχία που έχουν διαμορφωθεί από διεθνείς συνθήκες δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Οι δύο υποθέσεις είναι α) αυτή μεταξύ Καμπότζης και Ταϊλάνδης για τον ναό Preah Vihear (1962) και β) εκείνη μεταξύ Λιβύης και Τσαντ (1994).

 Ως εκ τούτου επισημαίνεται ότι «κάθε προσπάθεια να αμφισβητηθεί η κυριαρχία της Ελλάδος σε αυτά τα νησιά αντιβαίνει στη θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου για τη σταθερότητα των συνόρων».

 Σε συνέχεια αυτής της θέσης η Αθήνα υπογραμμίζει ότι όλα τα νησιά διαθέτουν πλήρη δικαιώματα σε όλες τις θαλάσσιες ζώνες.

 Η Ελλάδα απορρίπτει και τον τουρκικό ισχυρισμό περί επιλεκτικής αποστρατιωτικοποίησης με τη Συνθήκη του Μοντρέ του 1936 σε Λήμνο και Σαμοθράκη όπως και την τουρκική προσπάθεια να ακυρώσει τη δήλωση του τότε υπουργού Εξωτερικών, Αράς, στην τουρκική Βουλή (31 Ιουλίου 1936).

 Ως προς τα Δωδεκάνησα η Ελλάδα τονίζει ότι η επίκληση σύμβασης του 1856 από πλευράς Τουρκίας για την αποστρατιωτικοποίηση των νήσων Ααλαντ είναι άσχετη. Επιπλέον τονίζεται ότι η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη του 1947 και δεν έχει κανένα δικαίωμα.

 Το γεγονός ότι η Τουρκία «καλεί άλλα κράτη-μέρη της Συνθήκης να καλέσουν την Ελλάδα να συμμορφωθεί» επιβεβαιώνει «την πρακτική της Τουρκίας να εγείρει ζητήματα που δεν έχουν βάση, μια πρακτική που αυξάνει την αστάθεια».

 Η Αθήνα υπενθυμίζει τη συνεχή αναβάθμιση των δυνάμεων της Τουρκίας στα παράλια, το casus belli και το ζήτημα των υπερπτήσεων και καλεί, τέλος, την Αγκυρα να σταματήσει αυτές τις ενέργειες και να προσέλθει σε μοα ειρηνική επίλυση της μόνης της διαφοράς για την οριοθέτηση Υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ με βάση το Διεθνές Δίκαιο.