Καμία είδηση δεν έβγαλε για τα θέματα που απασχολούν την Ελλάδα ο διάλογος που είχαν μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες ο Ντόναλτ Τραμπ με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Παρότι δεν υπήρχαν προγραμματισμένες κοινές δηλώσεις μετά τη συνάντηση, κάτι που, σύμφωνα με κυβερνητικούς κύκλους, ήταν επιλογή του Αμερικανού προέδρου, τελικά ο διάλογος αυτός μετατράπηκε σε άτυπη συνέντευξη Τύπου και ουσιαστικά αποτέλεσε έναν μονόλογο του Ντ. Τραμπ, ο οποίος μονοπώλησε τον χρόνο, απαντώντας σε πλήθος ερωτήσεων δημοσιογράφων που αφορούσαν στη συντριπτική πλειονότητά τους το Ιράν, μετά τη δολοφονία του στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί από τις ΗΠΑ, το Ιράκ και την παραπομπή του ίδιου προς καθαίρεση, αγνοώντας σχεδόν την παρουσία του πρωθυπουργού που καθόταν δίπλα του αμήχανος.
Δύο ήταν όλες κι όλες οι παρεμβάσεις του Κυρ. Μητσοτάκη κατά το στάδιο των ερωτήσεων. Στην πρώτη δήλωσε ότι «η Ελλάδα ενδιαφέρεται για συμμετοχή στο πρόγραμμα των F-35», μετά την αναβάθμιση των F16 που θα ολοκληρωθεί το 2023-2024, προσθέτοντας ότι «είμαι βέβαιος πως οι ΗΠΑ θα λάβουν υπόψη τους το γεγονός ότι η Ελλάδα βγαίνει από μία οικονομική κρίση, ώστε η δόμηση του προγράμματος να γίνει με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο για τη χώρα μου».
Και στη δεύτερη παρέμβασή του έθεσε το θέμα του τουρκο-λιβυκού μνημονίου, αναφέροντας ότι «παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος», ότι «προκαλεί μεγάλη ανησυχία και αστάθεια σε μία περιοχή που ήδη είναι ιδιαίτερα προβληματική» και ζητώντας την υποστήριξη των ΗΠΑ «για να διασφαλιστεί ότι αυτού του είδους προκλητικές συμφωνίες δεν τίθενται σε ισχύ», σημειώνοντας ότι «στην ανατολική Μεσόγειο πρέπει να απόσχουμε από κάθε τύπου δραστηριότητα που προκαλεί ανάφλεξη και δεν προάγει την περιφερειακή ειρήνη και ασφάλεια».
Αλλά ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θέλησε να πάρει καμία θέση πάνω στο ζήτημα. Δεν επανέλαβε καν τη σχετική δήλωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που έχει χαρακτηρίσει το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο «προκλητικό», ενώ λίγο πριν ο Αμερικανός πρόεδρος είχε περιοριστεί να δηλώσει ότι είναι φίλος με τον Ερντογάν και ότι συζητά μαζί του, καθώς και ότι μίλησε μόλις με τη Γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ για το ζήτημα της Λιβύης και ότι θα συνομιλήσει και με τη Ρωσία.
Κατά τα λοιπά, στο στάδιο πριν από τις ερωτήσεις, ο Ντ. Τραμπ χαρακτήρισε τις σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ «εκπληκτικές», προσθέτοντας πως είναι στενότερες παρά ποτέ και αναφορικά με την ελληνική οικονομία δήλωσε ότι «η Ελλάδα και η ανάκαμψή της αποτελούν μια τεράστια επιτυχία». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι πάντοτε οι ΗΠΑ μπορούν να βασίζονται στην Ελλάδα ως έναν «αξιόπιστο και προβλέψιμο (sic) εταίρο».
«Θέλουμε επενδύσεις»
Μίλησε ακόμα για δυνατότητες βελτίωσης των σχέσεων σε ό,τι αφορά «το γεωπολιτικό μας κομμάτι, το πεδίο της άμυνας στο οποίο έχουμε προοδεύσει πάρα πολύ, ιδιαιτέρως ότι μπορούμε να διασφαλίσουμε πως η Ελλάδα θα είναι πάντοτε ένας αξιόπιστος σύμμαχος σε έναν πολύπλοκο κόσμο», ενώ, απευθυνόμενος στον Αμερικανό πρόεδρο, είπε πως «προσβλέπουμε στη θετική σας υποστήριξη, θέλουμε αμερικανικές επιχειρήσεις να επενδύσουν στην Ελλάδα, έτσι ώστε να μπορέσουμε να γιγαντώσουμε την οικονομία με έναν ρυθμό με τον οποίο οι άνθρωποι θα νιώσουν τη διαφορά».
Μετά τη συνάντηση ο πρωθυπουργός επέλεξε να μην προχωρήσει σε κάποια επίσημη δήλωση, αλλά μίλησε στους Ελληνες δημοσιογράφους, όπου δήλωσε «πολύ ικανοποιημένος από τη σημερινή συνάντηση με τον πρόεδρο Τραμπ», προσθέτοντας ότι «είχαμε μια επιβεβαίωση των ήδη εξαιρετικών ελληνοαμερικανικών σχέσεων, ξεκάθαρες δημόσιες τοποθετήσεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και μία πολύ καλύτερη κατανόηση και του ίδιου του προέδρου Τραμπ για τις γεωπολιτικές προκλήσεις της περιοχής και πως μπορούμε να είμαστε μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος», ενώ ανέφερε ότι «τέθηκαν εμφατικά όλα τα ζητήματα που αφορούν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Εγινε ξεκάθαρο στην αμερικανική πλευρά ότι δεν θα δείξουμε καμιά ανοχή σε παραβίαση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων».
