Οι περισσότερες νομισματικές κρίσεις, οι πιο πολλές κρίσεις δημόσιου χρέους στη σύγχρονη ιστορία αντιπροσωπεύουν μια διαμάχη για το πώς θα κατανεμηθεί το κόστος μεταξύ δύο διαφορετικών ομάδων της κοινωνίας. Από τη μια πλευρά βρίσκονται οι πιστωτές, οι ιδιοκτήτες ακινήτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων. Από την άλλη οι εργαζόμενοι, που πληρώνουν με τη μορφή των χαμηλότερων μισθών και της υψηλότερης ανεργίας, οι αποταμιευτές των νοικοκυριών της μεσαίας τάξης και οι φορολογούμενοι, που πληρώνουν με συρρίκνωση του εισοδήματός τους ή της αξίας των καταθέσεών τους… Ιστορικά, κατά τη διάρκεια τέτοιου είδους κρίσεων, πολιτικά κόμματα, κυβερνήσεις και διακρατικοί θεσμοί έρχονται συνήθως για να εκπροσωπήσουν μία από αυτές τις δύο ομάδες».
Στον παραπάνω συλλογισμό του Γαλλοϊσπανού οικονομολόγου Michael Pettis ας συμπληρωθεί ότι στην τρέχουσα ευρωπαϊκή κρίση χρέους, εκτός της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης και κάποιων άλλων κομμάτων της Αριστεράς, τα δύο βασικά πολιτικά κόμματα και οι κυβερνήσεις της Γηραιάς Ηπείρου επέλεξαν έως σήμερα να στηρίξουν την αξία του κοινού νομίσματος. Με αυτόν τον τρόπο προστάτευσαν και συνεχίζουν να προστατεύουν τα συμφέροντα της πρώτης ομάδας, των πιστωτών…
…Υπό αυτό το πρίσμα είδαμε για ακόμη μια ημέρα και χθες -και λίγο πριν από τον διαφαινόμενο νέο γύρο διαπραγματεύσεων με τους εταίρους για την «παράταση»- τις γνωστές φραστικές παρεμβάσεις, δηλώσεις, αναλύσεις, πιέσεις: «Η Ελλάδα θα ξεμείνει από ρευστό ώς τα τέλη Μαρτίου χωρίς νέα βοήθεια», έγραψε το γνωστό πρακτορείο Reuters επικαλούμενο πηγές… κοντά στους αριθμούς. Από κοντά και ο γνωστός οίκος αξιολογήσεων Fitch, που μίλησε για τον κίνδυνο παρατεταμένης οικονομικής ζημιάς λόγω της απουσίας συμφωνίας και της «συνεχιζόμενης μικροπολιτικής στις διαπραγματεύσεις». Στο ίδιο μήκος κύματος ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Τζακ Λιου, τηλεφώνησε στον Γιάνη Βαρουφάκη και του διεμήνυσε ότι η αδυναμία εξεύρεσης συμφωνίας θα οδηγούσε άμεσα σε δύσκολες ώρες για την Ελλάδα. Ο αναλυτής Μοχάμεντ Ελ Εριάν υπενθύμισε, τέλος, στην ελληνική κυβέρνηση με άρθρο του στο Bloomberg «πέντε άβολες πραγματικότητες»: α. ότι δεν υπάρχει διαφυγή από την τρόικα, β. ότι η σημερινή πολιτική πραγματικότητα στην ευρωζώνη υπερισχύει της οικονομίας, γ. έλλειψη συμμάχων από τον ευρωπαϊκό Νότο, δ. αμηχανία των εταίρων στο ενδεχόμενο λόγω παραχωρήσεων να ανοίξει το κουτί της Πανδώρας, ε. δυσκολία αντιμετώπισης της τρέχουσας απόσυρσης των καταθέσεων.
Η… φιλελληνική πλευρά
Υπήρξε όμως και η άλλη πλευρά, όπως η ομάδα Σοσιαλιστών και Δημοκρατών Ευρωβουλευτών, που προειδοποίησε χθες μέσω της αντιπροέδρου της και αρμόδιας για τις οικονομικές και κοινωνικές υποθέσεις, Μαρία Ζοάο Ροντρίγκες το Eurogroup να μην κλιμακώνει την αντιπαράθεση και να εξετάσει τις λογικές προτάσεις της νέας ελληνικής κυβέρνησης με ανοιχτό μυαλό. «Η Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει μια ανταγωνιστική χώρα όταν το 20% του πληθυσμού της πάσχει από σοβαρές στερήσεις σε είδη πρώτης ανάγκης και σχεδόν το 40% των παιδιών βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού… Το Eurogroup θα πρέπει να μάθει από τα λάθη του παρελθόντος του αντί να τα επαναλαμβάνει», τόνισε. Επίσης, ο Αυστριακός καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου Πέτερ Χίλπολντ επισήμανε σε άρθρο του ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο και ότι οι απαραίτητοι για την εξυπηρέτησή του ρυθμοί ανάπτυξης δεν είναι εφικτοί. Διεμήνυσε ότι έξοδος από το ευρώ δεν αποτελεί ρεαλιστική λύση, αφού οι ζημιές για το κύρος του κοινού νομίσματος θα ήταν τρομερές και για το σύνολο της ευρωζώνης ανυπολόγιστες. Γι’ αυτό, όπως λέει, αν θέλει κάποιος να δώσει μια πραγματική ευκαιρία στην Ελλάδα, θα πρέπει να μειώσει το χρέος της στο ήμισυ.
Από την πλευρά του «έξυπνου χρήματος», εντύπωση προκάλεσε, τέλος, η δήλωση του αναλυτή της CMC, Τζάσπερ Λόιερ, ότι οι traders του λονδρέζικου City που διαχειρίζονται χαρτοφυλάκια εκατοντάδων εκατομμυρίων καθημερινά ευελπιστούν ακόμη σε μια συμφωνία όταν η Ελλάδα επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
