Της μόδας έχουν γίνει εσχάτως στην Ευρώπη οι «Μεγάλοι Συνασπισμοί», όπως έχουν βαπτιστεί οι… ανίερες συμμαχίες μεταξύ δεξιών και «αριστερών» (διάβαζε: σοσιαλδημοκρατικών) κομμάτων. Τα πιο «καθαρά» παραδείγματα είναι οι «Grossen Koalitionen» Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών σε Αυστρία και Γερμανία, αλλά εξίσου χαρακτηριστική περίπτωση είναι και η «ερμαφρόδιτη» ιταλική κυβέρνηση του Ματέο Ρέντσι, όπου το «κεντροαριστερό» PD παραμένει στην εξουσία χάρη στις ψήφους της «νέας Κεντροδεξιάς», μετά τη διάσπαση της δεξιάς συμπαράταξης του Μπερλουσκόνι, και βέβαια η αλήστου μνήμης κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου στην Ελλάδα.
Οι λόγοι πίσω από αυτή τη νέα τάση είναι προφανείς. Υστερα από πολλές δεκαετίες εφαρμογής του βρετανικού μοντέλου «εναλλαγής» δύο παραδοσιακών πολιτικών αντιπάλων στην εξουσία, αυτού δηλαδή που στην Ελλάδα ονομάζουμε δικομματισμό, βλέπουμε σήμερα ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες οι ουσιαστικές ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στην «Κεντροδεξιά» και την «Κεντροαριστερά» έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο, καθώς το θατσερικό μοντέλο πλήρους υποταγής στα κελεύσματα της «ελεύθερης αγοράς» και των ιδιωτών επενδυτών κυριάρχησε απόλυτα, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα το πολιτικό και ιδεολογικό «εποικοδόμημα».
Αμβλυνση διαφορών
Ως πανίσχυρη κεντρομόλος δύναμη, το νεοφιλελεύθερο δόγμα της αγοράς αμβλύνει όλο και περισσότερο τις παλιές διαμάχες, που επιζούν μόνο σε επίπεδο ρητορικής και… στιλ: και στις τέσσερις παραδοσιακές ευρωπαϊκές δυνάμεις, τη Γερμανία, τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, η παλιά σοσιαλδημοκρατία έκοψε ήδη από τη δεκαετία του 1990 το τιμόνι όλο δεξιά, εφαρμόζοντας πολιτικές λιτότητας και συρρίκνωσης των εργασιακών δικαιωμάτων που ακόμη και οι καθαροί δεξιοί δεν τολμούσαν να επιβάλουν τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.
Πρωταγωνιστές σε αυτή τη δεξιόστροφη πορεία υπήρξαν μάλιστα τα δύο ισχυρότερα και πλέον επιδραστικά κόμματα της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς -οι Νέοι Εργατικοί του Τόνι Μπλερ, που αποδείχτηκε πανάξιος διάδοχος της «σιδηράς κυρίας», και φυσικά το γερμανικό SPD, που με καγκελάριο τον Γκέρχαρντ Σρέντερ προώθησε την αντιλαϊκή «Ατζέντα 2010».
Η ολοένα και μεγαλύτερη ώσμωση μεταξύ των παραδοσιακών αντιπάλων ροκανίζει φυσικά τα ποσοστά τους, καθώς μεγάλες ομάδες βαλλόμενων από τον νεοφιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση πολιτών αναζητούν νέα στέγη τόσο αριστερά όσο και (ακρο-)δεξιά του «Νέου Κέντρου». Κατά κάποιο τρόπο, τα μεγάλα κόμματα «θυσίασαν» τις εναλλασσόμενες εκλογικές αυτοδυναμίες τους στην παντοδυναμία των τεχνοκρατών, και ουσιαστικά των μεγάλων υπερεθνικών τραπεζών και επιχειρήσεων που φανερά πλέον ποδηγετούν το πολιτικό παιχνίδι – κι έτσι «αναγκάζονται» τώρα να συνεργαστούν με το… στανιό!
«Πεδίο μάχης»
Σε σχετική έκθεσή της, λίγες εβδομάδες πριν από τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, η αρμόδια Goldman Sachs χαρακτηρίζει την Ελλάδα «πρότυπο πεδίο μάχης» ανάμεσα στα «συστημικά» και τα «λαϊκιστικά» κόμματα και τονίζει: «Η απειλή κατάληψης της εξουσίας από τα λαϊκιστικά κόμματα οδήγησε κόμματα που διαχρονικά στήριξαν το σύστημα να παραμερίσουν τις διαφορές και να σχηματίσουν κυβερνήσεις μεγάλου συνασπισμού που είχαν και έχουν φιλοευρωπαϊκό χαρακτήρα.
»Παρόμοιες τάσεις είναι πιθανό να επαναληφθούν φέτος στην Ευρώπη με αφορμή τις εκλογές σε 8 χώρες, ωστόσο τα λαϊκιστικά κόμματα συνεχίζουν να στηρίζονται από μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Οπως δείχνει η εμπειρία, τέτοιοι μεγάλοι συνασπισμοί έχουν συμβάλει, ώστε να μετριαστεί η αστάθεια στις αγορές»…
Με τη διαφορά βέβαια ότι τον Γενάρη η πανίσχυρη αμερικανική τράπεζα υπολόγιζε τον ΣΥΡΙΖΑ στα «λαϊκιστικά» κόμματα, ενώ τώρα κάθε συζήτηση για «μεγάλο συνασπισμό» α λα ελληνικά ξεκινά a priori από αυτόν!
