«Οταν βρεθήκαμε με το πιστόλι στον κρόταφο, κάναμε την επιλογή να σταθούμε όρθιοι». Με αυτό το σχήμα επέλεξε ο Αλέξης Τσίπρας να περιγράψει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έφτασε η κυβέρνησή του στη συμφωνία με τους δανειστές και τους εταίρους. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ περιόδευσε χτες στους νομούς Χανίων και Ρεθύμνου παραθέτοντας μάλιστα τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την αγροτική ανάπτυξη.
«Δεν λυγίσαμε, δεν συμβιβαστήκαμε» είπε ο Αλέξης Τσίπρας στη βραδινή ομιλία του στα Ανώγεια, δήλωσε περήφανος «που δώσαμε αυτή τη μάχη και βρεθήκαμε μπροστά, υποστηρίζοντας το δίκιο του ελληνικού λαού», ενώ επισήμανε ότι «υπήρχε σχέδιο που είχε ετοιμαστεί από καιρό πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου, με στόχο να παγιδευτεί η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και η χώρα». Αναφέρθηκε όμως και στην απαίτηση για αύξηση του ΦΠΑ, υπογραμμίζοντας ότι οι εταίροι ασκούσαν αφόρητες πιέσεις για την επιβολή μέτρων ενάντια στα οποία πάλεψε η κυβέρνηση.
«Τώρα μας λένε ότι ήταν δική μας επιλογή η αύξηση του ΦΠΑ» σχολίασε και μίλησε για «μεγάλο ψέμα», το οποίο επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τα αντιπολιτευόμενα κόμμα επιθυμώντας «την παλινόρθωση του παλιού». Απάντησε, τέλος, στον Βαγγέλη Μεϊμαράκη λέγοντας ότι αν κερδίσει τις εκλογές η Ν.Δ. «το χαμόγελο θα γυρίσει στα χείλη των πιστωτών, καθώς η κυβέρνηση θα ακούει κάθε τους αίτημα».
Χτες το μεσημέρι επισκέφτηκε μεταξύ άλλων το Καστέλλι Κισσάμου, όπου σε ομιλία του σε αγρότες έθεσε το ρητορικό ερώτημα: «Είμαστε άραγε το ίδιο εμείς, που αγωνιστήκαμε, ματώσαμε για να σταματήσει ο λαός μας να ματώνει, με αυτούς που από την πρώτη στιγμή είπαν “περάστε και υλοποιήστε τα, διότι κι αν ακόμα δεν υπήρχαν και δεν τα είχατε εφεύρει, έπρεπε εμείς να τα εφεύρουμε και να τα υλοποιήσουμε;”».
Στην Κουμουνδούρου έχουν επιλέξει να προβάλουν τα στοιχεία του νέου προγράμματος που το διαφοροποιούν από τα προηγούμενα μνημόνια, ακόμα και σε θεματικές ενότητες όπως τις ιδιωτικοποιήσεις, με τη λογική και τη διαδικασία των οποίων είχε συγκρουστεί στο παρελθόν ο ΣΥΡΙΖΑ. «Σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα, το ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να προχωρήσει σε εννέα ιδιωτικοποιήσεις εντός της επόμενης τριετίας, στοιχείο που αποτελεί μέρος του αναγκαίου συμβιβασμού της κυβέρνησης για το κλείσιμο της συμφωνίας και την αποτροπή του προηγούμενου σχεδίου για την πώληση 23 περιουσιακών στοιχείων, μεταξύ των οποίων επιχειρήσεις στρατηγικού ενδιαφέροντος και υψηλής κοινωνικής σημαντικότητας όπως τα ΕΛΠΕ, η ΔΕΠΑ, η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ» ανέφεραν κύκλοι του ΣΥΡΙΖΑ.
Αναφορικά δε με το νέο Ταμείο οι ίδιοι κύκλοι ανέφεραν ότι «θα έχει έδρα την Ελλάδα, η διοίκηση και η διαχείρισή του θα γίνεται από τις ελληνικές αρχές, με τους θεσμούς να περιορίζονται σε ρόλους εποπτείας και χορήγησης τεχνικής βοήθειας».
Πρόσθεταν δε ότι αποτελεί «σημαντική διαφοροποίηση από το παρελθόν το γεγονός ότι η κατεύθυνση των προσόδων από το νέο Ταμείο δεν θα αφορά αποκλειστικά την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους, αλλά το 50% θα χρησιμοποιηθεί για την επιστροφή της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και άλλων περιουσιακών στοιχείων, το 25% για τη μείωση της αναλογίας χρέους/ΑΕΠ και το υπόλοιπο 25% θα χρησιμοποιηθεί για επενδύσεις».
«Ο τρόπος λειτουργίας του νέου Ταμείου, η εσωτερική δομή του, ο κώδικας εταιρικής διακυβέρνησης, η πιθανή σύνθεση των στοιχείων του ενεργητικού του (π.χ. μετοχές εταιρειών και τραπεζών, η ΕΤΑΔ, ακίνητα, το ΤΑΙΠΕΔ κ.ά.) και η μεθοδολογία της βέλτιστης αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας θα αποτελέσουν αντικείμενο μιας ανεξάρτητης Ομάδας Δράσης που θα συστήσει η ελληνική κυβέρνηση» κατέληγαν οι ίδιες πηγές.
Οι «προσλήψεις»
Τα κορυφαία στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ επιτέθηκαν όμως και στη Ν.Δ. και το Ποτάμι, καταλογίζοντάς τους ότι «έχουν το θράσος να πετούν λάσπη στον ΣΥΡΙΖΑ για δήθεν δημιουργία ”κομματικού κράτους”». Ανέφεραν ενδεικτικά ότι επί της τελευταίας συγκυβέρνησης «ο συνολικός αριθμός των υπηρετούντων στα πολιτικά γραφεία υπουργών, αναπληρωτών υπουργών, υφυπουργών και γενικών γραμματέων υπουργείων και γενικών γραμματειών ανήλθε στους 554, ενώ ο αντίστοιχος αριθμός στην προηγούμενη κυβέρνηση ήταν 1.173 υπάλληλοι.
Αυτές οι συμβάσεις εργασίας έχουν τελειώσει μετά την παραίτηση της κυβέρνησης». «Με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση έδειξε πως το κόστος της λειτουργίας του Δημοσίου μπορεί να περιοριστεί, χωρίς να περικόπτονται πολύτιμες θέσεις εργασίας που αφορούν την εξυπηρέτηση των πολιτών και την κοινωνική πρόνοια» επισήμαναν τα ίδια στελέχη.
