Μετά τα διακομματικά πυρά κατά του νομοσχεδίου με τις αλλαγές στην ΕΥΠ, χθες ήταν η σειρά για θεσμικό σφυροκόπημα στην κυβερνητική πρωτοβουλία από σχεδόν όλους τους αρμόδιους επιστημονικούς φορείς. Την ώρα που οι αποκαλύψεις για το σκάνδαλο των υποκλοπών συνεχίζονται, η Ν.Δ. υπερψήφισε το νομοσχέδιο στην επιτροπή της Βουλής κόντρα σε όλη την αντιπολίτευση, με εξαίρεση την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου, η οποία εμφανίζεται να μην ξεκαθαρίζει τη στάση της, παραπέμποντας στη σχετική συνεδρίαση της Ολομέλειας την Πέμπτη με τις παρεμβάσεις των πολιτικών αρχηγών.
Οι φορείς που κλήθηκαν να τοποθετηθούν έκαναν λόγο για παραβίαση του Συντάγματος, εξήγησαν τις προβληματικές διατάξεις και ζήτησαν ουσιαστικές αλλαγές για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και τις ατομικές ελευθερίες. Η πιο χαρακτηριστική φράση ήταν του προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Δημήτρη Βερβεσού, ο οποίος υπογράμμισε ότι «είμαστε κάθετα αντίθετοι και με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο που το βρίσκουμε και αντισυνταγματικό και αντίθετο με την ΕΣΔΑ και θεωρούμε ότι δεν έχει καμία σχέση με τον σύγχρονο δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό».
Aρχικά, ο πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Κωνσταντίνος Μενουδάκος, τόνισε ότι η επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας, μια «έννοια νομικά αόριστη», δεν εξαιρεί την υποχρέωση σεβασμού των προσωπικών δεδομένων, όπως προβλέπουν το Σύνταγμα, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. «Οι ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου φαίνεται να στερούν δικαιώματα πέρα από τα επιτρεπόμενα κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», τόνισε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε ότι δεν προβλέπεται καμία εποπτική αρχή, σε αντίθεση με το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Ειδική μνεία έκανε και για τα όσα προβλέπονται για τα λογισμικά παρακολούθησης, τα οποία θα επιλέγει η ΕΥΠ κατά την κρίση της. Οπως είπε ο κ. Μενουδάκος, προβλέπεται χωρίς εγγυήσεις αυτή η προμήθεια τέτοιου είδους λογισμικού από τις δημόσιες υπηρεσίες, με αποτέλεσμα «να κινδυνεύει να καταρρεύσει, όχι μόνο το απόρρητο των επικοινωνιών, αλλά και το Σύστημα Προστασίας των Προσωπικών Δεδομένων».
Από την πλευρά της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Ελλάδος, η εφέτης Ελευθερία Κώνστα έκανε σειρά παρατηρήσεων. Μεταξύ άλλων, ζήτησε η αρμοδιότητα για την άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας να ανατεθεί σε πολυπρόσωπο όργανο και όχι σε μονοπρόσωπο εισαγγελικό, το οποίο «θα παρέχει τα εχέγγυα μεγαλύτερης διαφάνειας και θα αποφεύγονται τυχόν στρεβλώσεις». Ειδικά σε ό,τι αφορά την άρση απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας σε πολιτικά πρόσωπα, σημείωσε ότι πρέπει εκτός της ΕΥΠ να είναι αρμόδιες και οι δικαστικές αρχές, ενώ για λόγους αναλογικότητας, όπως για τα πολιτικά πρόσωπα προβλέπεται έγκριση του προέδρου της Βουλής, έτσι και για την παρακολούθηση δικαστικών να προβλέπεται έγκριση από πρόεδρο ανώτατου δικαστηρίου ή τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Η κ. Κώνστα ζήτησε ακόμη η διάταξη με την οποία επιβάλλεται η άρση απορρήτου να εμπεριέχει και την αιτιολογία της λήψης του μέτρου, ενώ χαρακτήρισε «πάρα πολύ μεγάλο» το χρονικό διάστημα των τριών ετών για την εκ των υστέρων ενημέρωση του παρακολουθούμενου.
Στον αντίποδα, εκπροσωπώντας την Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδος, ο αντεισαγγελέας Εφετών Νικόλαος Φιστόπουλος ήταν ο μόνος που μίλησε σε γενικές γραμμές με θετικά λόγια για το νομοσχέδιο. Επί της ουσίας συμφώνησε με την προκλητική στάση της εισαγγελέως της ΕΥΠ Βασιλικής Βλάχου ότι «ουδείς εξαιρείται» και ότι θα παρακολουθούσε ακόμη και την Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Χρήστου Σπίρτζη (ΣΥΡΙΖΑ) για το τι θα έκανε ο ίδιος, ο κ. Φιστόπουλος έκανε λόγο αρχικά για «υποθετικό ερώτημα», αλλά κατέληξε σε παρόμοια διατύπωση: «Εάν και εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, δεν θα υπήρχε κάποια διάκριση αναφορικά με οποιοδήποτε πρόσωπο».
Κάθετα αντίθετος με το νομοσχέδιο δήλωσε κατηγορηματικά ο πρόεδρος της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας, Δημήτρης Βερβεσός. «Δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις. Επέχει θέση επικοινωνιακής διαχείρισης του προβλήματος που προέκυψε με την τελευταία παρακολούθηση μέσω της ΕΥΠ πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων και έχουμε σοβαρές παρατηρήσεις επί του σχεδίου νόμου, με το οποίο μας χωρίζει άβυσσος από άποψη προσέγγισης των ζητημάτων», τόνισε μεταξύ άλλων.
Ζήτησε την άρση του απορρήτου να μην την αποφασίζει ένας εισαγγελέας αλλά δικαστικό συμβούλιο, διαφωνώντας και με την τοποθέτηση δεύτερου εισαγγελέα. Ο κ. Βερβεσός κατήγγειλε την πλήρη απουσία αιτιολόγησης των εισαγγελικών διατάξεων για την άρση του απορρήτου και συμφώνησε με την κ. Κώνστα ότι είναι πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα η τριετία για να ενημερωθεί ο παρακολουθούμενος, συμπληρώνοντας ότι αυτό πρέπει να το αποφασίζει μόνο η ΑΔΑΕ. Διαφωνία εξέφρασε και για τον ρόλο του προέδρου της Βουλής, λέγοντας ότι χρειάζεται ένα πολυπρόσωπο όργανο με συμμετοχή των κομμάτων και όχι ένα πρόσωπο που διορίζεται από την εκάστοτε πλειοψηφία.
Ο πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών Χρήστος Ράμμος, ο οποίος έχει τηρήσει μια υπεύθυνη και σταθερή στάση υπέρ του κράτους δικαίου στο σκάνδαλο των υποκλοπών, καταγγέλλοντας τις προσπάθειες κουκουλώματος εκ μέρους κυβέρνησης και ΕΥΠ, υπενθύμισε με νόημα ότι μόνο η ΑΔΑΕ είναι ο εγγυητής από πλευράς Συντάγματος για τα ζητήματα του απορρήτου των επικοινωνιών.
Ο κ. Ράμμος απέρριψε το σύστημα του ειδικού εισαγγελέα της ΕΥΠ που αποφασίζει τις άρσεις για λόγους εθνικής ασφάλειας, λέγοντας ότι δεν καλύπτει τις εγγυήσεις που χρειάζονται ένα μόνο πρόσωπο, αντί π.χ. ενός δικαστικού συμβουλίου. «Δεν καταλαβαίνω γιατί υπάρχει αυτή η εμμονή, ειδικά στις διατάξεις περί άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφαλείας να υπάρχει ένα μονοπρόσωπο όργανο. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία», είπε χαρακτηριστικά.
Σημείωσε ακόμη ότι δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχει πουθενά τυπωμένη η αιτιολογία για την άρση του απορρήτου, ενώ κατήγγειλε το γεγονός ότι ύστερα από 18 χρόνια αφαιρείται η δυνατότητα από την ΑΔΑΕ να ενημερώσει το θύμα της παρακολούθησης. Και μάλιστα από τριμελές όργανο στο οποίο η ΑΔΑΕ είναι μειοψηφία, ενώ απαγορεύεται η καταγραφή της θέσης της μειοψηφίας και η τήρηση πρακτικών.
Παράλληλα, χαρακτήρισε «εντελώς αδικαιολόγητο και μη εξηγήσιμο» το διάστημα της τριετίας για την ενημέρωση του παρακολουθούμενου και ανέφερε ότι δεν υπάρχει καμία εγγύηση δικαστικής προστασίας στην όλη διαδικασία. O κ. Ράμμος αναφέρθηκε σε σειρά διατάξεων που έρχονται σε σύγκρουση με το Σύνταγμα, όπως π.χ. ότι ο διοικητής της ΕΥΠ θα αποφασίζει ποια λογισμικά παρακολούθησης είναι παράνομα και συνιστούν αδίκημα.
