Νέα αντιπαράθεση μεταξύ κυβέρνησης – αντιπολίτευσης εκδηλώθηκε χθες στη Βουλή για τον χώρο της Δικαιοσύνης, με τον Σταύρο Κοντονή να χαρακτηρίζει «φτηνή επιχειρηματολογία» τις αιτιάσεις περί «μεθοδευμένης επιχείρησης ελέγχου και χειραγώγησής της».
Με αφορμή σχετική επερώτηση της ΔΗΣΥ, ο υπουργός Δικαιοσύνης κατηγόρησε αφενός την παράταξη ότι ταυτίζεται απολύτως με τη Νέα Δημοκρατία ακόμη και στο επίπεδο του κοινοβουλευτικού ελέγχου (υπενθυμίζοντας πρόσφατη επίκαιρη ερώτηση της αξιωματικής αντιπολίτευσης), αφετέρου πως αναλώνεται σε ανούσιες «εκθέσεις ιδεών» λόγω του πολιτικού αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει.
Το επιχείρημα της επερώτησης
Οι επερωτώντες βουλευτές είχαν προηγουμένως υποστηρίξει πως ο ΣΥΡΙΖΑ από τη στιγμή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας το 2015 επιδίδεται σε ένα σχέδιο που αποσκοπεί στη χειραγώγηση των δικαστών και στην καθοδήγηση του έργου της Δικαιοσύνης, ώστε να εξυπηρετούνται ενέργειες του κυβερνητικού επιτελείου.
«Με λοιδορίες, απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και εκβιασμούς επιδιώκετε να χειραγωγήσετε την τρίτη εξουσία του πολιτεύματος που, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους κανόνες του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, έχει δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να σας ελέγχει» δήλωσε ο Ανδρέας Λοβέρδος, υποστηρίζοντας πως η κυβέρνηση έχει μπει σε τροχιά ανεπίστροφης αποδρομής.
«Οι απόπειρές σας να χειραγωγήσετε τη Δικαιοσύνη αποδεικνύουν ότι έχετε εκφυλιστεί σε θλιβερούς αρχολίπαρους της κυβερνητικής εξουσίας, που δεν διαθέτουν ούτε τη στοιχειώδη πολιτική αξιοπρέπεια να αποδεχτούν την ήττα τους και να αποχαιρετήσουν την Αλεξάνδρεια της εξουσίας» είπε.
Νωρίτερα, ο υπουργός Δικαιοσύνης επιχείρησε να αποδομήσει ένα προς ένα τα «ενδεικτικά», κατά τη ΔΗΣΥ, παραδείγματα κυβερνητικών παρεμβάσεων, όπως τα έθεσαν τα στελέχη της (από την τοποθέτηση της Βασ. Θάνου στο Νομικό Γραφείο του πρωθυπουργού και την αποπομπή της εισαγγελέως Εφετών Γεωργ. Τσατάνη από τον χειρισμό της δικογραφίας για τη Marfin έως την υπόθεση της έκδοσης των οκτώ Τούρκων στρατιωτικών).
«Προσπάθεια επηρεασμού της δικαιοδοτικής κρίσης γίνεται όταν συνεδριάζουν οι δικαστικοί λειτουργοί και πρόκειται να εκδώσουν απόφαση ή όταν με νομοθετικές πρωτοβουλίες η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία επεμβαίνει στο έργο της Δικαιοσύνης όταν μια υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της εκκρεμούς δίκης.
Τίποτα από αυτά δεν περιγράφεται στην επερώτηση» δήλωσε ο Στ. Κοντονής. «Το να προβαίνει η κυβέρνηση στην επιλογή της ηγεσίας του δικαστικού σώματος δεν αποτελεί παρέμβαση, αλλά υλοποίηση της συνταγματικής επιταγής. Είναι παρέμβαση στη Δικαιοσύνη να επιλέγει ο πρωθυπουργός την επικεφαλής του Νομικού του Γραφείου; Είναι παρέμβαση η επιλογή της Ξένης Δημητρίου στη θέση της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, μιας λειτουργού που λαμπρύνει με την παρουσία της τη συγκεκριμένη θέση; Φυσικά και όχι!»
Εκπληξη Κοντονή
Συνεχίζοντας ο υπουργός Δικαιοσύνης δήλωσε έκπληκτος με την αναφορά της ΔΗΣΥ για Παπαγγελόπουλο και Τσατάνη, λέγοντας χαρακτηριστικά «για την υπόθεση Βγενόπουλου, στην οποία είστε βουτηγμένοι μέχρι τα αυτιά, έρχεστε και λέτε ότι γίνονται κυβερνητικές παρεμβάσεις;» Ενώ απαντώντας στις καταγγελίες για τον κυβερνητικό χειρισμό στην υπόθεση των Τούρκων αξιωματικών, επανέλαβε την τοποθέτηση του πρωθυπουργού περί κράτους δικαίου και υπέδειξε στους εκπροσώπους της Δημοκρατικής Συμπαράταξης να μην υιοθετούν ό,τι ακούν «από ‘δώ και από ‘κεί».
Για τις αιτιάσεις περί κριτικής των δικαστικών αποφάσεων από πλευράς κυβερνητικών στελεχών, ο κ. Κοντονής αναρωτήθηκε από πότε η κριτική συνιστά παρέμβαση. «Η κριτική ενισχύει το κύρος της Δικαιοσύνης, η Δικαιοσύνη έχει ανάγκη την κριτική, δεν έχει ανάγκη την αφωνία…» είπε.
Μίλησε, τέλος, για αθρόες παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη από τις προηγούμενες κυβερνήσεις υπογραμμίζοντας ως πλέον «επονείδιστη» τη χρόνια «στάθμευση» στο υπουργείο Δικαιοσύνης, επί κυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου, των δικογραφιών που αφορούσαν πολιτικά πρόσωπα ενώ έπρεπε να διαβιβαστούν στη Βουλή.
