Με μια πλήρως απαξιωτική ομιλία για την κυβέρνηση και την πολιτική που αυτή ακολουθεί, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κ. Μητσοτάκης, μιλώντας χθες στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του κόμματός του, επιχείρησε να θεμελιώσει το πάγιο αίτημά του για άμεση προσφυγή στις κάλπες και κυβερνητική αλλαγή.
«Η Ελλάδα έχει σήμερα, περισσότερο από ποτέ, ανάγκη μια ισχυρή και αξιόπιστη κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση, με ξεκάθαρες θέσεις, με αξιοπιστία, με κύρος, που θα μπορεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του έθνους και του λαού και δεν θα είναι ο επαίτης της διεθνούς κοινότητας», υποστήριξε. Και πρόσθεσε: «Το αίτημα για πολιτική αλλαγή είναι σήμερα πλειοψηφικό στην ελληνική κοινωνία».
Στην αρχή της ομιλίας του ο πρόεδρος της Ν.Δ. αναφέρθηκε στις διεθνείς εξελίξεις, όπως: το προσεχές δημοψήφισμα στην Ιταλία, η ανάληψη καθηκόντων από τον Ντ. Τραμπ τον Ιανουάριο, οι εκλογές την άνοιξη σε Ολλανδία και Γαλλία καθώς και οι γερμανικές το φθινόπωρο του 2017, το Κυπριακό και οι προκλήσεις από Τουρκία και Αλβανία.
Κι όλα αυτά, για να καταλήξει στη διαπίστωση: «Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον ρευστότητας, όπου ανασχεδιάζονται στρατηγικές και συμμαχίες, δυστυχώς η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται στο περιθώριο. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τις τεκτονικές γεωπολιτικές εξελίξεις χωρίς καμία ξεκάθαρη εθνική στρατηγική. Η οικονομική μας αδυναμία, δυστυχώς, μας ωθεί στο περιθώριο. Δεν είμαστε μέρος καμιάς λύσης, αλλά ένα διαρκές πρόβλημα, το οποίο χρειάζεται ειδική διαχείριση».
Αναφερόμενος στην εσωτερική κατάσταση, ο ομιλητής χαρακτήρισε την κυβέρνηση «θλιβερή» και τόνισε πως «αν δεν είχαμε σήμερα τη θλιβερή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ., η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι μια ισχυρή ατμομηχανή ανάπτυξης, η οποία δεν θα έκανε απλά περήφανους τους πολίτες της αλλά θα δικαίωνε και όλους όσοι μας έχουν στηρίξει».
Επιχειρώντας, στη συνέχεια, να ισχυροποιήσει αυτή τη θέση, ούτε λίγο ούτε πολύ εκθείασε την πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων, και ειδικότερα της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, ρίχνοντας όλα τα βάρη για τη σημερινή κατάσταση στην τωρινή κυβέρνηση, την οποία κατηγόρησε επειδή προκάλεσε τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 και «οδήγησε τη χώρα σε ένα αχρείαστο 3ο Μνημόνιο».
Συγκεκριμένα ανέφερε: «Εριξαν την προηγούμενη κυβέρνηση, έσυραν τη χώρα σε μία αχρείαστη περιπέτεια, συκοφάντησαν και λασπολόγησαν τους αντιπάλους τους, φόρτωσαν με τεράστια βάρη κάθε ελληνική οικογένεια, διέλυσαν την πραγματική οικονομία και προσπαθούν σήμερα να φτάσουν εκεί που ήμασταν δύο χρόνια πριν».
Αναφορικά με τη β’ αξιολόγηση ο Κ. Μητσοτάκης είπε πως «θα έπρεπε να έχει κλείσει το συντομότερο δυνατόν, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για τα ελληνικά συμφέροντα». Εκανε μάλιστα την πρόβλεψη ότι «η 5η Δεκεμβρίου, καθώς φαίνεται, θα έρθει και θα παρέλθει χωρίς να έχει υπάρξει συμφωνία».
Το αξιοπρόσεκτο βρίσκεται στο γεγονός πως την ευθύνη για την εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις την έριξε εξ ολοκλήρου στην κυβέρνηση, απαλλάσσοντας από κάθε ευθύνη τους δανειστές και το ΔΝΤ. «Η τρέχουσα αξιολόγηση κατά τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης φαίνεται να σκοντάφτει ειδικά στα εργασιακά.
Αυτό γίνεται διότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ., αντί να προτάξει ως στόχο τη μείωση της ανεργίας, αναλώνει πολιτικό κεφάλαιο οδηγούμενη από τις ιδεοληψίες της. Η κυβέρνηση ασχολείται με τη “νομική μορφή” των υπαρχουσών συμβάσεων εργασίας αντί να φροντίζει να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας», ανέφερε.
Περί χρέους
Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της ρύθμισης του χρέους, ο πρόεδρος της Ν.Δ. ξεκαθάρισε πως «κανείς δεν αντιλέγει ότι η ρύθμιση του χρέους είναι αναγκαία συνθήκη για την οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση».
Πρόσθεσε, όμως, στη συνέχεια, ότι «σήμερα, το χρέος έχει αναχθεί σε ένα προπέτασμα για να κρυφτεί η κυβερνητική ανικανότητα… Η διευθέτηση του χρέους χρειάζεται· όμως σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ικανή συνθήκη εξόδου από την κρίση. Πρέπει να γίνει, τη θέλουμε, τη διεκδικούμε.
»Αλλά μαζί με αυτήν, χρειάζονται τολμηρές αλλαγές στην οικονομία, στο κράτος, στη δημόσια διοίκηση. Χρειάζονται μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά μας και θα φέρουν επενδύσεις». Αυτά κατά τη γνώμη του «δεν μπορεί να τα πετύχει η σημερινή κυβέρνηση. Γι’ αυτό και είναι επιβεβλημένη η πολιτική αλλαγή το συντομότερο δυνατόν».
