Η αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των ύστερων μνημονιακών χρόνων. Κατά τη διάρκεια της εφαρμογής των τριών μνημονίων είδαμε την εν τάχει αναδιάταξη των κομματικών δυνάμεων, πολιτικά σχήματα να αποκτούν εν μια νυκτί μεγάλη δύναμη και άλλοτε κραταιά κέντρα να μαραζώνουν και να προσπαθούν να αναγεννηθούν.
Παρά το γεγονός ότι τον τελευταίο ενάμιση χρόνο φαίνεται ότι παγιώνεται ένα διπολικό σύστημα, με τον ΣΥΡΙΖΑ από τη μία πλευρά και τη Ν.Δ. από την άλλη, μπορούμε να παρατηρήσουμε δύο στοιχεία: η θέση του Αλέξη Τσίπρα απειλείται κυρίως από την ίδια την καθημερινότητα και τα αποτελέσματα της μνημονιακής πολιτικής που εφαρμόζει στην οικονομία, ενώ στην «απέναντι όχθη» τα πράγματα μοιάζουν αρκετά διαφορετικά.
Τις τελευταίες εβδομάδες διεξάγεται «ανοιχτός πόλεμος» μεταξύ των διαφόρων ομάδων που ευελπιστούν να καταλάβουν ηγετικό ρόλο στις εξελίξεις στο «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» στρατόπεδο.
Ανεξάρτητα από την τακτική που ακολουθούν έναντι της σημερινής κυβέρνησης, ένα είναι βέβαιο: η υπόθεση της εκ νέου παραπομπής του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ, Ανδρέα Γεωργίου, σε δίκη με κατηγορίες σε βαθμό κακουργήματος περί της «τεχνητής διόγκωσης του ελλείμματος του 2009» άνοιξε τον ασκό του Αιόλου.
Παρατηρώντας μακροσκοπικά την αντιπαράθεση, με ασφάλεια μπορούμε να παραθέσουμε τις ομάδες που συγκρούονται: Οι «καραμανλικοί» επιχειρούν να πάρουν «πίσω το αίμα τους», καταδεικνύοντας ως υπεύθυνους για την (ούτως ή άλλως κακή) οικονομική κατάσταση της χώρας τη στατιστική και τη λογιστική.
Από την άλλη πλευρά, παράγοντες του ΠΑΣΟΚ, που πρωταγωνίστησαν στη διακυβέρνηση της χώρας σε ολόκληρη τη μνημονιακή περίοδο, επιχειρούν με διάφορους τρόπους να αντικρούσουν αυτούς τους ισχυρισμούς, να αντεπιτεθούν στους «καραμανλικούς» και να εμφανίσουν τα μνημόνια της σκληρής δημοσιονομικής προσαρμογής ως μονόδρομο.
Αν και η συγκεκριμένη αντιπαράθεση μοιάζει να διεξάγεται «περί όνου σκιάς», ιδιαίτερα μετά την τροπή των πραγμάτων στην ελληνική και ευρωπαϊκή οικονομία τα τελευταία έξι χρόνια, η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή της αφορά τις σημερινές ηγεσίες της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ.
Αυτές μοιάζουν να παρακολουθούν αμήχανες τις εξελίξεις. Η σημερινή ηγεσία της Ν.Δ. επιλέγει να μην τοποθετηθεί επί του θέματος Γεωργίου ξεσηκώνοντας την μήνιν «καραμανλικών στελεχών», που επιτίθενται πλέον κατά ριπάς κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη με επίδικο την ηγεσία της δεξιάς παράταξης.
Η δε Χαριλάου Τρικούπη έχει αρκεστεί σε μια ανακοίνωση της 2ας Αυγούστου και έχει αφήσει την «ομάδα Βενιζέλου» να επωμιστεί το έργο υπεράσπισης των επιλογών των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, κατηγορώντας τους «καραμανλικούς» για σύμπραξη με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ.
Είναι αμφίβολο κατά πόσο το σύνολο των στελεχών του κόμματος συμφωνούν με την επιχειρούμενη μελλοντική ταύτιση του ΠΑΣΟΚ με τη Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά και κατά πόσον θα ευδοκιμήσουν κινήσεις σαν το δείπνο στα μέσα Ιουλίου, στο οποίο συνέφαγαν -σύμφωνα με δημοσιεύματα- οι Κώστας Σημίτης, Γιάννης Στουρνάρας, Θεόδωρος Πάγκαλος, Αννα Διαμαντοπούλου, Τάσος Γιαννίτσης, Γιώργος Φλωρίδης και Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, με στόχο να δραστηριοποιηθεί πολιτικά ο σημερινός πρόεδρος της Τράπεζας της Ελλάδος.
Επικοινωνιακά εργαλεία
Ενα, πάντως, είναι σαφές: στον συγκεκριμένο «πόλεμο» χρησιμοποιούνται όλα τα μέσα, θεμιτά κι αθέμιτα. Και η χρήση επικοινωνιακών εργαλείων κρίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις επιβεβλημένη.
Ακρως ενδιαφέρουσα η περίπτωση της εφημερίδας «Το Βήμα», που με ένα δισέλιδο δημοσίευμα με τίτλο «Πώς η πολιτική Καραμανλή άνοιξε τον δρόμο στη χρεοκοπία» παρέθεσε το σκεπτικό της πλευράς Βενιζέλου, χρησιμοποιώντας ακόμα και ανοίκειους χαρακτηρισμούς κατά του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή.
Στο δημοσίευμα ο συντάκτης παραθέτει το «χρονικό» της ένταξης της χώρας στα μνημόνια, ξεκινώντας από την «καλοσχεδιασμένη πολιτική απάτη», όπως αναφέρει, της «αλήστου μνήμης “απογραφής”», αναφέροντας ότι ο τότε πρωθυπουργός προχώρησε σε ευρύτατο δανεισμό επειδή «ήθελε να κερδίσει τις ευρωεκλογές έστω και “με μία ψήφο διαφορά”».
Βάλλοντας δε εμμέσως κατά του σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας, που κατείχε το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Εσωτερικών, ο συντάκτης κατηγόρησε τον Κώστα Καραμανλή ότι λόγω της πολιτικής του θεώρησης ανέχθηκε «ακόμα και την πυρπόληση της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 2008».
Ο συντάκτης ανέφερε βέβαια ότι η κυβέρνηση Σημίτη είχε χρησιμοποιήσει την ευχέρεια των διεθνών λογιστικών κανόνων να εγγράφει τις δαπάνες για τα εξοπλιστικά προγράμματα κατά την παραλαβή τους, δηλαδή επί κυβέρνησης Καραμανλή, ενώ απέδωσε στη μετέπειτα κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου «την πολυσημία, το “λεφτά υπάρχουν” και τη νέα πολύμηνη καθυστέρηση στη λήψη περιοριστικών μέτρων» ως αιτίες, που τελικά οδήγησαν τη χώρα στο Μνημόνιο.
«Οσο για την περίφημη αναδιάρθρωση του χρέους, αυτή δεν μπορούσε να γίνει αμέσως χωρίς να χάσουμε όλοι οι Ελληνες 50%-70% των καταθέσεών μας και ασφαλώς χωρίς να πληγούν τραπεζικά συστήματα της ευρωζώνης θέτοντας έτσι σε κίνδυνο ολόκληρη την ευρωπαϊκή, την παγκόσμια και φυσικά την ελληνική οικονομία» προσέθεσε σε άλλο σημείο ο συντάκτης του «Βήματος».
Κατέληξε μάλιστα στο συμπέρασμα ότι «το Μνημόνιο ήταν η μοναδική λύση» και κάλεσε άπαντες να «αφήσουν λοιπόν ήσυχο τον τεχνοκράτη κ. Γεωργίου, προτού εγκαταλείψουν πια όλοι οι ικανοί Ελληνες την Ελλάδα».
