Η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης μοιάζει να πλησιάζει και τυπικά, ωστόσο οι απαιτήσεις του προγράμματος δημιουργούν στην κυβέρνηση την ανάγκη να καλλιεργήσει τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό κλίμα αισιοδοξίας και εμπιστοσύνης.
Οχι μόνο μέχρι να ολοκληρωθούν οι συζητήσεις στο επικείμενο Γιούρογκρουπ της 24ης Μαΐου, αλλά πολύ περισσότερο κατά τους μήνες που θα ακολουθήσουν, καθώς ο βαθμός επιτυχίας του προγράμματος -που ισοδυναμεί με την αυτόματη λήψη ή μη πρόσθετων σκληρών μέτρων- εξαρτάται από την προσέλκυση επενδύσεων και τις καλές επιδόσεις στα έσοδα του Δημοσίου.
Ο πρωθυπουργός σε αυτό το κλίμα φάνηκε να εξαρτά το σύνολο της πορείας της ελληνικής οικονομίας με την επίτευξη μιας ικανοποιητικής απόφασης για την (σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο) ελάφρυνση του χρέους.
«Αν πετύχουμε αυτό που επιδιώκουμε για το χρέος στις 24 Μαΐου, το 2017 θα επιστρέψουμε στις αγορές και ίσως πολύ νωρίτερα από τη λήξη του προγράμματος, το 2018, θα έχουμε βγει από το Μνημόνιο» είπε ο Αλέξης Τσίπρας σε συνέντευξή του στη «Real News», συμπληρώνοντας ότι η ρύθμιση του χρέους θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των αγορών προς την ελληνική οικονομία.
Εντός και εκτός
Για τον πρωθυπουργό και το επιτελείο του όμως παίζει σημαντικό ρόλο και η ομάδα που θα υλοποιήσει το αναπτυξιακό σχέδιο. «Με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης ανοίγει ένας νέος κύκλος και η Ελλάδα μπαίνει σε νέα εποχή» είπε και πρόσθεσε ότι «έχει έρθει η ώρα το σχέδιο μιας συνολικής αναμόρφωσης της χώρας να μπει σε ράγες υλοποίησης».
Υπογράμμισε μεν ότι «τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν αυτή την ευθύνη απέναντι στους πολίτες έχουν μεγάλη σημασία, αλλά ακόμη μεγαλύτερη έχει ο μηχανισμός υλοποίησης, συντονισμού και ελέγχου της κυβερνητικής πολιτικής».
Υπό αυτή την έννοια όλοι στην κυβέρνηση αναμένουν ένα ανακάτεμα της «τράπουλας», με ορισμένες αποχωρήσεις και ανακατατάξεις, οι οποίες όμως δεν αναμένεται να ακουμπήσουν υπουργεία που άπτονται της οικονομίας και σε κάθε περίπτωση ανασχηματισμός δεν θα γίνει πριν από τον Ιούλιο.
Χαρακτήρισε πάντως «εξαιρετικά ευφυή κίνηση στη σκακιέρα της διαπραγμάτευσης» την ελληνική πρόταση για τον αυτόματο δημοσιονομικό «διορθωτή», συμπληρώνοντας όμως ότι ο μηχανισμός αυτός «σε καμία περίπτωση δεν περιλαμβάνει απολύσεις στο Δημόσιο», ενώ «το πιο σημαντικό είναι ότι δεν πρόκειται να ενεργοποιηθεί».
Στις κινήσεις εκτός Ελλάδος πρωταγωνίστησε το περασμένο τριήμερο ο Νίκος Παππάς, που εκτός των επαφών που είχε με αξιωματούχους των ΗΠΑ στην Ουάσινγκτον, πραγματοποίησε συναντήσεις με εκπροσώπους επενδυτικών ομίλων στη Νέα Υόρκη.
Ο υπουργός Επικρατείας, σύμφωνα με τις σχετικές κυβερνητικές ανακοινώσεις, επέμεινε στο ζήτημα της «σταθερότητας που εκπέμπει μια χώρα η οποία υλοποιεί τα όσα δεσμεύεται, τόσο σε επίπεδο οικονομικών στόχων όσο και μεταρρυθμίσεων, δημιουργώντας ένα περιβάλλον φιλόξενο για επενδυτές και επιχειρήσεις οι οποίες σέβονται τον νόμο και επιδιώκουν την ανάπτυξη».
Οι συνομιλητές του, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, «συμφώνησαν πως είναι πλέον σαφές ότι η εικόνα της Ελλάδας ως μιας χώρας σε διαρκή κρίση ανήκει στο παρελθόν».
Ενόσω δε τα αποτελέσματα αυτά δεν έχουν αποτυπωθεί σε πραγματικά μεγέθη στα χρηματοπιστωτικά δεδομένα, ο Νίκος Παππάς δήλωσε ότι «η διεθνής επενδυτική κοινότητα επιθυμεί γρήγορη και καθαρή λύση στο ζήτημα του χρέους».
Η κυβέρνηση πάντως συντηρεί το επιθετικό κλίμα ενάντια στη Ν.Δ. απαντώντας σε επικριτικά σχόλια της Συγγρού.
«Στην αξιωματική αντιπολίτευση αδυνατούν να κρύψουν την απογοήτευσή τους για το γεγονός ότι η αξιολόγηση έκλεισε και το σχέδιο αποσταθεροποίησης, στο οποίο τόσο πολύ είχαν επενδύσει, δεν καρποφόρησε. Τους παρακολουθούμε με κατανόηση» σχολίαζαν κυβερνητικοί κύκλοι αναφορικά με τα όσα καταλόγισε στον πρωθυπουργό η Ν.Δ.
Σε έτερα σχόλιά τους, οι ίδιοι κύκλοι ύψωναν τους τόνους, λέγοντας ότι «η υποκρισία και η κουτοπονηριά της Ν.Δ. δεν έχουν όρια».
Εθεταν δε το ερώτημα γιατί εκείνη που «έσκιζε τα ιμάτιά της για τη συμφωνία, δεν λέει τώρα ανοιχτά τη δική της πρόταση υπέρ της περικοπής μισθών και συντάξεων; Γιατί δεν εξηγεί την ευθυγράμμισή της με τις πιο υφεσιακές και κοινωνικά καταστροφικές προτάσεις του ΔΝΤ;
Και γιατί δεν μας εξηγεί τι κατάφερε για την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη, με την απώλεια 25% του ΑΕΠ που πέτυχαν το διάστημα 2010-2014; Κάπου χρειάζεται και λίγη ντροπή».
